Ένα αντίο στον Λουκιανό Κηλαηδόνη (1943-2017)


Άλλο ένα κομμάτι των νιάτων μας έφυγε. Πρώτη γνωριμία Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Μετά μας έκανε όλους μια μεγάλη παρέα…

Μέσα σε μια εποχή που ακόμα «έκλαιγε η μάνα μου στο μνήμα» και βασίλευε το μπουζούκι ως εθνική μουσική, ο Λουκιανός έδωσε μουσική και στιχουργική έκφραση  στη χαρά της ζωής, απενοχοποίησε το ελαφρό τραγούδι, μας θύμισε τα ακούσματα των παιδικών μας χρόνων στα οικογενειακά τραπέζια, στο σχολείο και στις κατασκηνώσεις, μια κουλτούρα της πόλης (που έφερνε τη ρετσινιά του μικροαστισμού), έβαλε ακόμα και τον πατριωτισμό στις πραγματικές του διαστάσεις. Χωρίς όμως νοσηρή νοσταλγία. Και παραπέρα τα συνέδεσε με τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα μιας μεγάλης χαρούμενης νεολαιίστικης παρέας, ανοιχτής στον κόσμο. Με τον δικό του απολύτως αυτόνομο τρόπο, που κανείς δεν μπορούσε να κατατάξει κάτω από μία ταμπέλα και να τον οικειοποιηθεί.

Και ένα πολύ ωραίο κείμενο του Μιχάλη Τσιντσίνη , ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 08.02.2017

Λουκιάνος Κηλαηδόνης: Η ακαταμάχητη γοητεία του ελαφρού

http://www.kathimerini.gr/895308/opinion/epikairothta/politikh/loykianos-khlahdonhs-h-akatamaxhth-gohteia-toy-elafroy

Κάθε φορά που νεκροφιλάμε έναν δημιουργό αποχαιρετούμε και την Ελλάδα του. Η Ελλάδα του τάδε, η Ελλάδα του δείνα. Ο Κηλαηδόνης δεν είχε δική του Ελλάδα.Δεν είχε, γιατί ο Λουκιανός δεν διεκδίκησε ποτέ περιωπή εθνικού καλλιτέχνη. Δεν ανήκε στο είδος του δημιουργού που έγραφε για να υπηρετήσει ένα –διακηρυγμένο ή ανομολόγητο– πολιτικό ή αισθητικό πρόγραμμα. Εγραφε απλώς τραγούδια. Και μάλιστα τραγούδια ελαφρά.

Οχι ότι δεν είχε κάνει το «αγροτικό» του στο πολιτικό τραγούδι. Τα «Μικροαστικά» ανήκουν στους αντιστασιακούς δίσκους, που δεν εξάντλησαν την ακτινοβολία τους στα διψασμένα χρόνια της πρώιμης μεταπολίτευσης. Αλλά ακόμη κι αυτά τα πολιτικά τραγούδια ήταν της μικρής κλίμακας. Δεν ήταν θούριοι. Δεν έπασχαν από τον επαναστατικό στόμφο που βάραινε τα εμβατήρια της εποχής, ούτε φώναζαν από θυμό.

Προτού το πολιτικό τραγούδι προλάβει να τον σφραγίσει, προτού τον μετατρέψει σε στρατευμένο εμψυχωτή για φεστιβαλική χρήση, ο Κηλαηδόνης κατάφερε να του ξεφύγει. Κατάφερε να μείνει αταξινόμητος. Ούτε πολιτικός, ούτε έντεχνος, ούτε λαϊκός. Τα εμβατήρια του «Λούκι» ήταν εμβατήρια της καθημερινής ζωής. Της αστικής ζωής μιας κοινωνίας που μπορούσε πια να μη μιλάει μόνο για τραύματα και οράματα. Που μπορούσε, επιτέλους, να τραγουδάει για τα ασήμαντα.

Οι παρέες. Τα πάρτι. Τα σινεμά. Τα ματς της Κυριακής. Οι γκόμενες – όπως τις ονόμαζε η ρυπαρή εκείνη γλώσσα που δεν την είχε ακόμη θεραπεύσει η πολιτική ορθότητα. Ολο αυτό το νεοελληνικό σύμπαν ο «Λούκι» το σατίριζε, χωρίς να το κατακρίνει, και το υμνούσε, χωρίς να το κολακεύει, με φωνή που δεν απηχούσε μόνο τον ήρεμο σφυγμό μιας νέας συλλογικής ανεμελιάς. Εμοιαζε κιόλας να συστήνει κι ένα νέο είδος ανδρικής ευαισθησίας που δεν είχε ανάγκη ούτε την εκζήτηση του εντέχνου ούτε τον νταλκά του λαϊκού λυγμού. Που άρθρωνε ακομπλεξάριστα το συναίσθημα χωρίς να έχει χρεία συναισθηματισμού.

Ελλάδα του «Λούκι»; Οχι, δεν υπήρξε. Ο Κηλαηδόνης δεν όρισε την εποχή του. Εκείνη τον όρισε. Η εποχή της ακμής του, η δεκαετία του ’80, δεν ήταν μια εποχή που προοριζόταν να τη νοσταλγεί κανείς στο μέλλον. Και όμως. Ξαφνικά, τριάντα χρόνια μετά, εκείνη η χώρα του σκυλάδικου και του ρωμαλέου πασοκισμού, η χώρα της «Αυριανής» και της μονοπωλιακής τηλεόρασης, του πληθωρισμού και της καταναλωτικής λιγούρας, λατρεύεται σαν τόπος ανεπανάληπτης μακαριότητας. Μπορεί πολιτικά να ήταν πρωτόγονη. Μπορεί με τα σημερινά μέτρα να ήταν κακόγουστη. Αλλά ακόμη και αυτές οι υστερήσεις συγχωρούνται τώρα ως πολιτική και στυλιστική αθωότητα.

Ομως, αν τα τραγούδια του «Λούκι» ακούγονται σήμερα σαν χάδι, δεν είναι επειδή διεκδικούν αντιπροσωπευτικότητα ιστορικής μαρτυρίας. Δεν είναι τάχα κιβωτός της δεκαετίας του ’80. Η «ηθογραφία» τους συγκινεί όχι γι’ αυτά που διασώζει, αλλά επειδή εμμέσως θυμίζει πώς είναι να ζεις σε μια χώρα που έχει μόνο μέλλον. Που μοιάζει να κινείται από ιστορικό αυτοματισμό προς ολοένα και μεγαλύτερη ευημερία. Ολοένα και περισσότερη ελευθερία. Θυμίζει πώς είναι να ζεις σε μια χώρα που δεν τη σκιάζει διαρκώς το ασήκωτο σύννεφο μιας επαπειλούμενης καταστροφής.

Οχι, ο «Λούκι» δεν ήταν εθνικός. Ηταν ελαφρός. Υπηρετούσε μια τέχνη που δεν έπαιρνε τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά. Και μιλούσε για μια ζωή που δεν έπαιρνε τη ζωή στα σοβαρά.

Ελεγε σ’ ένα τραγούδι του, όχι από τα πολύ γνωστά: «Υπάρχουν κάποια πράγματα που αγάπησα/ Που πίστεψα, που κράτησα/ Υπάρχουν κάποια πράγματα που αγάπησα/ Που με ’καναν ν’ αντέξω και να μην τρελαθώ».

Από τι πιάνεται κανείς για να μην τρελαθεί; Από τα δόγματα; Από τα κόμματα; Από τα αμελητέα, λέει ο «Λούκι». Από τα ευτελή.
«Αγάπησα ας πούμε, τα ζεστά κρουασάν/ Τα αλήτικα τζιν και τ’ άσπρα μπουφάν/ Βιτρίνες στη Σταδίου, ειδικά Κυριακές/ Αγάπησα τις γόμες τις πολύ μαλακές».

Η Σταδίου πια είναι αδύνατο να αγαπηθεί. Ειδικά τις έρημες Κυριακές.

looky

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: