Ημερίδα brainstorming στο ΠΟΤΑΜΙ (21/9/14) 2


ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ -BEST OF

(όχι αναγκαστικά αυτές με τις οποίες δεν έχω διαφωνίες, αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες και πιο σαφείς της κατηγορίας τους. Οι περισσότερες ομιλίες παρατίθενται στην γραπτή και αναλυτικότερη μορφή τους)

πολιτική-ευρώπη-διοίκηση-οικονομία-περιβάλλον-παιδεία-πολιτισμός-ανθρώπινα δικαιώματα: ΒΕΡΕΜΗΣ, ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ, ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ, ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ, ΔΟΞΙΑΔΗΣ, ΤΗΝΙΟΣ, ΧΑΤΖΗΜΠΙΡΟΣ, ΚΑΤΩΠΗΣ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΚΟΥΡΤΣΟΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΚΑΤΣΟΥΛΗΣ, ΔΗΜΟΥ, ΔΕΛΗΒΟΡΡΙΑΣ, ΓΚΟΡΙΤΣΑΣ, ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

(ποιός είναι ποιός στο http://topotami.gr/category/ta-viografika-tis-epitropis-dialogou/ )

Κοινωνία και πολιτική – σχέση με Ευρώπη

Όταν η κατακερματισμένη κοινωνία συναντά τον λαϊκισμό

του Θάνου Βερέμη

ΒερέμηςΗ κατακερματισμένη κοινωνία αποτελείται από πολλές αυτόνομες ομάδες οι οποίες αντιμετωπίζουν το κράτος με γνώμονα το συμφέρον των μελών τους και ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους ανεξάρτητα από επίσημους κανόνες. Οι ομάδες αυτές ενίοτε ομονοούν όταν πρόκειται για περίσταση εθνικού κινδύνου ή εκλογικής συνεργασίας.
Η κατακερματισμένη κοινωνία εχθρεύεται τα ολοκληρωτικά ή και τα αυταρχικά συστήματα και περιφρονεί την κοινωνία των πολιτών και το κράτος δικαίου. Προτιμάει τις αδύνατες και ανομικές δημοκρατίες τις οποίες διαβρώνει με μεγαλύτερη ευχέρεια.
Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία του 1821-30 διεξάγεται από αρματολικές φατρίες και ομάδες με πυρήνα τους προκρίτους και τις οικογενειακές τους ιεραρχίες. Η συνεργασία Ρουμελιωτών, Πελοποννησίων και νησιωτών κατά τα πρώτα τρία χρόνια της παλιγγενεσίας απέδωσε ανέλπιστα αποτελέσματα στις μάχες κατά των Οθωμανών. Οι πρώτες επιτυχίες ωστόσο ενθάρρυναν υπερβολικά τους αγωνιστές οι οποίοι ξέχασαν τον Αγώνα και ρίχτηκαν στους εμφυλίους για τον έλεγχο του ελληνικού κράτους. Το ελληνικό κράτος και ο συγκεντρωτικός του χαρακτήρας υπήρξε έργο των δυτικοφρόνων εκσυγχρονιστών της ελληνικής διασποράς. Η Φιλική Εταιρεία, ο Θεόδωρος Νέγρης και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, υπήρξαν παράγοντες που συνέβαλαν στη χάραξη τα συνταγμάτων του Αγώνα. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων ωστόσο ανήκε στις τάξεις των κατακερματισμένων ομαδοποιήσεων ο ρόλος των οποίων ποικίλλει στην πολιτική ζωή. Οι αυτονομημένες ομάδες που συσπειρώνονται γύρω από οικογένειες και διευρύνονται με συγγενείς, φίλους, κουμπάρους, πελάτες και προστάτες, αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικά τις ανάλογα συγκροτημένες ομάδες. Η οργάνωση του είδους αυτού αποτελεί αρχικά πρωτόγονη άμυνα έναντι του οθωμανικού συστήματος το οποίο απειλεί την ασφάλεια των «Τζιμμήδων» (μη μουσουλμάνων) ως υπηκόων δεύτερης κατηγορίας. Τα αρματολίκια και οι ομάδες που συγκεντρώνονται γύρω από τους προκρίτους και τους νησιώτες καπετάνιους, αποτελούν την μορφή που λαμβάνει η κατακερματισμένη κοινωνία στο βαλκανικό περίγυρο. Πρόκειται για προ-νεωτερικό σύστημα που απαντάται με διαφορετικές μορφές σε πολλά σημεία του κόσμου. Κατά τον Ernest Gellner η κοινωνία αυτή εχθρεύεται τα αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα και περιφρονεί την κοινωνία των πολιτών. Τι είναι η κοινωνία πολιτών η οποία αναπτύσσεται στη δυτική Ευρώπη μαζί με την βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο του Φιλελευθερισμού; Πρόκειται για τις κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες πλαισιώνουν μη κρατικούς θεσμούς και προσφέρουν εναλλακτική προς το κράτος δύναμη, χωρίς να παρακωλύουν τον ρόλο του ως εγγυητή της τάξης και της ασφάλειας, ή τον ρόλο του κράτους ως διαμεσολαβητή ανάμεσα σε μεγάλα συμφέροντα. Σκοπός της κοινωνίας των πολιτών είναι να εμποδίζει την αποκλειστικότητα της κρατικής ισχύος έναντι της κοινωνίας.
Η επιρροή και η ισχύς της κατακερματισμένης κοινωνίας υπήρξε στην Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογη με την ποιότητα των πολιτικών ηγετών. Το μέγιστο μέρος του 19ου αιώνα και σημαντικό τμήμα του 20ου ελέγχεται από δυτικόφρονες εκσυγχρονιστές της διασποράς (κατά την προέλευση ή την εκπαίδευση) όπως οι Καποδίστριας, Μαυροκορδάτος, Τρικούπης, Βενιζέλος, Παναγής Τσαλδάρης και πολλοί ακόμα.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος που αποτελεί φυσική του απόληξη (1946-49) δημιούργησε δύο συμπαγείς κατηγορίες Ελλήνων καταργώντας προσωρινά την κοινωνική πολυδιάσπαση. Ακόμα και οικογένειες διαπερνά ο ιδεολογικός διχασμός του εμφυλίου. Η επιστροφή στην ομαλότητα επαναφέρει τις διαστρωματωμένες φατρίες και τα πελατειακά δίκτυα του κομματικού βίου ανασυγκροτούνται.
Η εντύπωση ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι ατομικιστές αποτελεί παρανόηση του χαρακτήρα της νεώτερης ελληνικής κοινωνίας. Η κατακερματισμένη κοινωνία επιβάλλει στα άτομα που την συνθέτουν συγκεκριμένες ταυτότητες οι οποίες απηχούν τις προτεραιότητες και τις αξίες των ομάδων της προέλευσής τους. Οι δυνατότητες επιλογής μιας διαφορετικής ταυτότητας που είναι δυνατό να διασπάσει την ενότητα της ομάδας, αποθαρρύνεται. Έτσι η ατομικότητα και η πρωτοβουλία αποτελούν κατακτήσεις των Ελλήνων που βρίσκονται ή μετακινούνται σε περιβάλλοντα του εξωτερικού όπου οι φορτικοί κανόνες της πατρίδας τους αδυνατίζουν. Πρόκειται συνεπώς για την αιρετική συμπεριφορά της κάθε ομάδας έναντι της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους δικαίου μάλλον, παρά για ασυμβίβαστη ατομικότητα του κάθε Έλληνα έναντι της εξουσίας του κράτους. Αν και το αποτέλεσμα φαίνεται ταυτόσημο, στην πραγματικότητα το προϊόν της κατακερματισμένης κοινωνίας δεν αποβλέπει στην αλλαγή της κρατικής εξουσίας αλλά στην άλωση ή τη νομή της. Ο εκπρόσωπος της κοινωνίας πολιτών αντίθετα, επιδιώκει μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας να αναμορφώσει το κράτος για να το καταστήσει αποτελεσματικότερο ως προς το κοινωνικό σύνολο το οποίο αυτό υπηρετεί.
Η επίδραση της κατακερματισμένης κοινωνίας αυξάνεται στα χρόνια της μεταπολίτευσης γιατί μειώνονται σημαντικά οι ιδεολογικές συγκρούσεις που κυριαρχούσαν στον πολιτικό βίο πριν από την δικτατορία της 21ης Απριλίου. Η επιρροή της κοινωνίας αυτής είναι ασφαλώς συντηρητική αφού δεν αποβλέπει σε μεταρρύθμιση που μπορεί να αλλάξει το οικείο τοπίο της πολιτικής και να μπερδέψει τους γνωστούς πελατειακούς διαύλους που οδηγούν στον προσεταιρισμό του κράτους. Είναι ενδιαφέρον ότι η αριστερά η οποία υπήρξε ριζοσπαστικός κοινωνικός παράγων στην αφετηρία και την πρώτη διαδρομή της, μετά την νομιμοποίηση της έπαψε να αποτελεί την κακή συνείδηση των δημοκρατών και έγιναν σταδιακά ένα κοινωνικό κατεστημένο αμετακίνητο και προσκολλημένο στις ιδέες του παρελθόντος.
Ωστόσο το πάντρεμα της κατακερματισμένης κοινωνίας με τον λαϊκισμό αποτέλεσε το πιο καίριο χτύπημα κατά της κοινωνίας των πολιτών, το κράτος δικαίου και της αξιοκρατίας. Ο λαϊκισμός αποτελεί επείσακτη ιδεολογία την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακάλυψε στις ΗΠΑ και έφερε στον ελληνικό βιότοπο της κατακερματισμένης κοινωνίας. Η πρώτη ενέργεια του λαϊκισμού ήταν να νομιμοποιήσει ηθικά τα αρνητικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας αυτής. Έτσι η ανομία νομιμοποιήθηκε ως το «δίκιο του λαού». Όποιος συνεπώς αναβαπτιζόταν στα λαϊκά νάματα δεν μπορούσε να έχει ποτέ άδικο, ούτε βέβαια οι απαιτήσεις του να είναι παράλογες. Ο Ανδρέας έγινε προφήτης μιας νέας εποχής με κατανόηση για τις παραβιάσεις του νόμου, σαν να είχε ανατραπεί η έννομος τάξη, επαναστατικώ δικαίω. Ο λαϊκισμός απευθύνεται στον «μικρομεσαίο» παρανομαστή και τον αναδεικνύει ως κοινωνικό πρότυπο. Ουδείς λόγος λοιπόν για επιλογή του πολιτικού προσωπικού του κόμματος του Ανδρέα με αξιοκρατικά κριτήρια αφού αυτά αποτελούσαν κατά το ΠΑΣΟΚ κριτήρια εισόδου των «προνομιούχων» στην πολιτική ή στο κράτος. Μέγιστο μέρος της κακοδαιμονίας, η οποία πλήττει σήμερα το Κοινοβούλιο και την κρατική μηχανή, έχει τις καταβολές της στην κατίσχυση του λαϊκισμού στην πολιτική και την κοινωνία.
Η γλώσσα μας στα χείλη των πολιτικών συχνά δεν αποτελεί μέσον επικοινωνίας αλλά απόκρυψης της αλήθειας. Για όσους δεν κατανοούν τη σημασία των πολιτικών δηλώσεων «λαός» είναι οι ημέτεροι, «δικαιοσύνη», το βόλεμα των ημετέρων, «ανακατανομή» του εθνικού εισοδήματος, οι παχυλοί μισθοί των διευθυντών των ζημιογόνων ΔΕΚΟ, επίσης ημετέρων.
Η πρόσφατη αποδοχή από τους βουλευτές της διατήρησης των προνομίων του υπεράριθμου προσωπικού της Βουλής, υπήρξε μια πολύ κακή στιγμή της κοινοβουλευτικής μας ιστορίας. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού τα άτομα αυτά (το προσωπικό) που όταν ψηφιζόταν το πολυνομοσχέδιο, είχαν το θράσος να αποκαλούν τους ευεργέτες τους βουλευτές «αλήτες», εξασφαλίζονται πλέον οριστικά από τους εθνοπατέρες ως πελάτες, φίλοι και συγγενείς, με υπερβολικές για τις μέρες μας απολαβές. Ο γνωστός συνδικαλιστής κ. Π. Λαφαζάνης συγκινήθηκε ως αριστερός με το δράμα των υπεράριθμων και υπερασπίστηκε τα κεκτημένα τους όπως κάθε καλός βοσκός φροντίζει τα πρόβατα και ιδιαίτερα τα ερίφια του κοπαδιού του.
Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, οι εκλεγμένοι μας αντιπρόσωποι αποδίδουν ένα μέρος της ψυχοσύνθεσής μας, εκεί που δίνεται και χάνεται η μάχη ανάμεσα στο ανώριμο εγώ μας και την μηδέποτε ωριμάζουσα ατομική μας προσωπικότητα. «Ανάγοντας την ευκολία και το βόλεμα σε αξία, η λαϊκιστική κουλτούρα κρατεί την κοινωνία σε παθολογική ανωριμότητα, ώστε μεγάλο μέρος της να προχωρεί σε φαντασιώσεις σαν την μεγαλομανή μανία καταδιώξεως που μας κατατρέχει…». Τι είναι ο λαϊκισμός κατά τον Στέλιο Ράμφο; «…η ανάδειξι του παρία σε πολιτικά προνομιούχο και κατ’ επέκτασιν η εξίσωσι της αξιοκρατίας με την ανισότητα». Υπάρχουν πολλές τέτοιες καίριες παρατηρήσεις στο νέο εγχειρίδιο του Σ. Ράμφου, «Ο “άλλος“ του καθρέφτη» (Μούσες, εκδόσεις Αρμός).
Κάποιοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας γνωρίζουν την ελληνική Αχίλλειο πτέρνα και φροντίζουν να θωπεύουν την ανασφάλεια και το σύνδρομο του θύματος που κατατρύχει τους πιο ανώριμους από τους ψηφοφόρους. Η οικονομική και πολιτική μας κρίση επιτείνει από μόνη της την ανασφάλεια με πραγματικά πλέον δεινά. Το αντιμνημονιακό όμως στρατόπεδο αποδίδει την κακοδαιμονία στους κακόβουλους δανειστές μας και βέβαια το ίδιο το μνημόνιο το οποίο, κατά τα συνθήματα των αντιμνημονιακών, μεταμορφώνεται από συνέπεια της κρίσης, σε γενεσιουργό αιτία. Μολονότι η όλη επιχείρηση υπήρξε πρωτοτυπία της Ευρωζώνης και συνεπώς βαρύνεται από τα λάθη της απειρίας των ειδικών που ανέλαβαν να την διεκπεραιώσουν, χωρίς το μνημόνιο θα βρισκόμασταν σήμερα στον πάτο ενός πηγαδιού με υποτιμημένες δραχμές. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευτυχώς σταμάτησε να χρησιμοποιεί πλέον τον όρο «τοκογλυφικά» για τα δάνεια της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, οι ανεπίδεκτοι όμως του Κοινοβουλίου επιμένουν να κάνουν χρήση του κάλπικου χαρακτηρισμού.
Επιμένουν επίσης τα προϊόντα των πελατειακών διορισμών στο Δημόσιο, οι Μπαλασόπουλοι και οι Φωτόπουλοι, που εξακολουθούν να μας βασανίζουν. Οι παρατρεχάμενοι των δημάρχων στους ΟΤΑ αποτελούν ένα ακόμα θλιβερό κατάλοιπο του παρελθόντος για να μας θυμίζουν με τους τραμπουκισμούς τους ότι η ομηρία μας είναι πολύπλευρη. Έχουμε ακόμα τις στάσεις εργασίας υπαλλήλων του ΟΑΣΑ γιατί δεν θέλουν να μπουν στο ενιαίο μισθολόγιο. Αν οι εξαιρέσεις που επιχειρούνται πετύχουν, το ενιαίο μισθολόγιο θα περιλαμβάνει τελικά τους πιο αδύναμους από τους εργαζόμενους. Τα κόμματα της αριστεράς παραδόξως υποστηρίζουν στις διαμάχες αυτές τους πιο ευνοημένους του Δημοσίου. Τέλος, υπάρχει η λευκή απεργία των δικαστικών ώστε να ολοκληρώνεται η εορταστική ατμόσφαιρα των ημερών, με την υπόμνηση της κατοχής μας από ποικιλία ειδικών συμφερόντων.
Η εκτίμηση του Edward Gibbon, Βρετανού ιστορικού του 18ου αιώνα για τους Αθηναίους του τρίτου αιώνα π.Χ., λίγο πριν από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση, θα ταίριαζε πολύ στη συμπεριφορά των Ελλήνων κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αντί να μεριμνούμε για το μέλλον και τις πολύτιμες ελευθερίες μας, προτιμήσαμε να διογκώνουμε ένα ανίκανο και αντιπαραγωγικό κράτος ώστε να σιτιζόμαστε χωρίς κόπο σ’ αυτό. Και σημειώνει ο Gibbon: «Στο τέλος περισσότερο από ό,τι αγαπούσαν την ελευθερία τους (οι Αθηναίοι) προτίμησαν τις ανέσεις και την εύκολη ζωή. Αλλά τα έχασαν όλα, την ασφάλεια, τις ανέσεις και την ελευθερία. Όταν οι Αθηναίοι αποφάσισαν ότι ήθελαν να είναι ελεύθεροι από ευθύνες ώστε να μην προσφέρουν πια στην κοινωνία, αλλά αυτή να τους συντηρεί, έχασαν τα πάντα».
Μετά την προσωρινή διάσωσή μας από την καταβαράθρωση προς τη δραχμή, θα μπορούμε πλέον να θεσπίσουμε την έκφραση «ακριβά την γλιτώσαμε» έναντι του παραδοσιακού «φτηνά την γλιτώσαμε». Το κόστος της σωτηρίας σταθμίζεται κυρίως από την απώλεια της εθνικής μας αξιοπιστίας και την απομείωση του αυτοσυναισθήματος αξίας. Πώς θα επανακτήσουμε τους άυλους αυτούς τίτλους αν όχι με μια πλήρη ανακαίνιση της νοοτροπίας μας και της προβληματικής μας εκπαίδευσης; Και πρώτα απ’ όλα πρέπει να θεσπίσουμε ένα νέο περιεχόμενο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο να απαξιώνει τις πελατειακές σχέσεις που συνεισέφεραν στη διόγκωση του μετριοκρατικού μας συστήματος. Τα άτομα εκείνα που γαλουχήθηκαν με την πεποίθηση ότι μια θέση στο Δημόσιο εξασφαλίζει τους κατέχοντες από κάθε ανασφάλεια ισοβίως, δεν πρέπει να έχουν πια θέση πουθενά.
Η αδυναμία του μέσου Έλληνα να αντιληφθεί ότι τις περιττές θέσεις στο Δημόσιο συντηρούν οι φορολογούμενοι και όχι η θεία πρόνοια, κατασκεύασε το κράτος των ελλειμμάτων. Κάθε κοινωνική απολαβή χωρίς αντίστοιχη παραγωγή έργου, επιβαρύνει ανάλογα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η δομική αδυναμία του μέσου πολίτη να κατανοήσει την πολιτική οικονομία του Δημοσίου, οφείλει χάριτες στη χρόνια πολεμική που ασκεί η Αριστερά κατά της εκλογίκευσης της δημόσιας διοίκησης. Οι μαρξιστές στη χώρα μας αν και επιδίδονται σε οικονομικές ερμηνείες της ιστορίας αρνούνται να ποσοτικοποιήσουν τις επιδόσεις του κράτους φοβούμενοι μήπως έτσι το απαξιώσουν. Ωστόσο, η κοστολόγηση των υπηρεσιών του κράτους είναι το σοβαρότερο κριτήριο για τη διατήρησή τους ή την αντικατάστασή τους.
Όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε την ολέθρια κατάργηση των προτύπων δημοσίων σχολείων, υπάκουε σε μια άλλη παθογένεια της ελληνικής Αριστεράς, την ποιοτική ισοπέδωση. Ετσι, η αριστεία που απορρέει από την εύνοια την οποία η φύση κατανέμει ανεξαρτήτως κοινωνικών ή εκπαιδευτικών προνομίων, έπρεπε να αγνοηθεί ώστε να εξομοιωθεί η απόδοση όλων των παιδιών αδιακρίτως. Επρόκειτο για μια πράξη συμπίεσης των φυσικών ικανοτήτων προς τα κάτω, την οποία δεν διανοήθηκε να εφαρμόσει ποτέ κανένας αθλητικός σύλλογος ή η Eπιτροπή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δυστυχώς η κατάργηση των προτύπων δημοσίων σχολείων στέρησε την κοινωνία από τις υπηρεσίες των αρίστων των χαμηλών οικονομικά κοινωνικών στρωμάτων, υπέρ της μακροημέρευσης των ευνοημένων τάξεων. Ετσι, ενώ πριν από τριάντα χρόνια τα δημόσια γενικά προηγούνταν ποιοτικά των ιδιωτικών γυμνασίων και λυκείων, σήμερα, προς δόξα του σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, η εικόνα έχει αντιστραφεί. Η ανοησία εισβάλλει με διεκδικητική ορμή στο Δημόσιο. Ας αποκτήσει το υπουργείο Παιδείας το θάρρος να αναγνωρίσει το γεγονός ότι κάποια παιδιά διαθέτουν από την αφετηρία τους ικανότητες τις οποίες αν δεν αναδείξει η πολιτεία θα χαθούν ως κοινωνικό αγαθό, ή χειρότερα θα αποξενωθούν ολότελα από την κοινωνία.
Η εκπαιδευτική ισοπέδωση δεν αποτελεί προϊόν παρανόησης, αλλά συχνά κακόβουλης πολιτικής. Ο φθόνος τον οποίον προκαλεί η φυσική ικανότητα σε κάποιους λιγότερο ικανούς δεν θεραπεύεται με νομοθετικές πράξεις, αλλά με αναγνώριση ότι η κατηγορία των αρίστων αποτελεί κοινωνική ομάδα που χρειάζεται ειδική μεταχείριση. Οχι μόνο για να αξιοποιηθούν οι ικανότητές τους για το καλό του συνόλου, αλλά για να μη μεταλλαχθούν από την εγκατάλειψη σε προβληματικά άτομα. Για όποιον δυσπιστεί με την άποψη αυτή, ή την βρίσκει «ελιτίστικη», κάνω έκκληση στον κοινό νου του αναγνώστη αυτής της στήλης. Σκεφτείτε τους εκπροσώπους των κομμάτων στην κυβέρνηση ή τη Βουλή και πείτε στον εαυτό σας αν βλέπετε τις διαφορές ανάμεσα στους κ. Χατζηδάκη, Στουρνάρα και Δένδια έναντι των κ. Παναγιωτόπουλου και Ρουπακιώτη, τους κ. Σαχινίδη και Μανιάτη έναντι των κ. Παπουτσή και Σκανδαλίδη, τον κ. Σταθάκη έναντι του κ. Λαφαζάνη, το κόμμα της «Δράσης» έναντι του συνόλου των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» κ.λπ., κ.λπ.
Η αναζήτηση αρίστων στον κυβερνητικό χώρο μπορεί να εξασφαλιστεί με έναν σοβαρό ανασχηματισμό. Η επιλογή είναι εύκολη όταν δεν σκιάζεται από την υστεροβουλία. Και επιτέλους υπάρχουν οι «τρελοί και αφοσιωμένοι» στον τόπο αυτό.
Όσοι από εμάς γεννήθηκαν τα τελευταία χρόνια του πολέμου και ήταν μικροί για να θυμούνται τον Εμφύλιο, έζησαν την πιο καλή περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεκαετίες ανασυγκρότησης, ανάπτυξης, ευκαιριών, ελπίδας και, τέλος, υλικής ευμάρειας. Η οικονομική άνεση, που προπολεμικά περιοριζόταν σε μερικές εκατοντάδες οικογενειών, διαχύθηκε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ώστε τα διαμερίσματα και στη συνέχεια τα αυτοκίνητα και τα ταξίδια στο εξωτερικό για ψώνια να γίνουν κοινός τόπος. Από λαός σκληραγωγημένος στις κακουχίες και την ξενιτιά, οι Ελληνες μεταμορφώθηκαν σταδιακά σε μαλθακούς καταναλωτές. Και πολλοί από τους νέους αυτούς Ελληνες, που δεν γνώρισαν από τις οικογένειές τους παρά μόνο τη διαπαιδαγώγηση της ανέχειας, πέρασαν στα παιδιά τους την αυταρέσκεια του γρήγορου πλουτισμού και την περιφρόνηση για οποιοδήποτε εμπόδιο θέτει η νομιμότητα στην ασυδοσία.
Οταν οι απαγορεύσεις της αστικής κοινωνίας και η ηθική του στυλοβάτη της οικογένειας έχασαν την αξιοπιστία τους, οι πρώτοι που το κατάλαβαν ήταν τα παιδιά. Ετσι, για τους ευνοημένους γόνους της δεύτερης και της τρίτης μεταπολεμικής γενεάς η εχθρότητα για τους νόμους και την πολιτική συναίνεση έγινε ένα είδος ιδεολογικής ορθοδοξίας.
Η μετάλλαξη των αστών συνέπεσε και με την κακή συνείδηση δεξιών γόνων για την κακομεταχείριση της Αριστεράς. Καθώς μάλιστα οι αριστεροί κυριαρχούν μεταπολεμικά στον κόσμο της διανόησης, η αποκατάστασή τους έγινε ένα ακόμα στοιχείο της νέας ορθοδοξίας. Δυστυχώς η μεταπολιτευτική Αριστερά αποτέλεσε πρόσθετο σύμπτωμα της συμβατικής μας σκέψης. Οχι μόνο δεν κομίζει τίποτα σχετικό με τα σημερινά μας προβλήματα αλλά αναμασάει τις πιο ξεπερασμένες ιδέες της επαναστατικής αυταρχικότητας.
Στα απομνημονεύματά του για την προπολεμική Αυστροουγγαρία, ο Στέφαν Τσβάιχ έγραφε: «Βρίσκαμε το καινούργιο γιατί ποθούσαμε το καινούργιο, πεινούσαμε για κάτι που μας ανήκε, και ανήκε μόνο σε μας και όχι στον κόσμο των πατέρων μας. Οι νέοι διαθέτουν, όπως ορισμένα ζώα, ένα ένστικτο που τους προειδοποιεί για τις μετεωρολογικές μεταβολές. Κι έτσι η γενιά μας προαισθανόταν, πριν ακόμα το υποπτευθούν οι καθηγητές μας και τα πανεπιστήμια, πως κάτι νέο ερχόταν». Μπορούμε άραγε να πούμε το ίδιο για τους δικούς μας νέους σήμερα, όταν οι πιο ανήσυχοι προσανατολίζονται σε χώρες του εξωτερικού προς αναζήτηση καλύτερης τύχης και οι περισσότεροι ατενίζουν με πίκρα τον χαμένο παράδεισο της πρόσληψης στο Δημόσιο;
Μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια μεταμορφωθήκαμε σε κοινωνία με 1.300.000 συμπολίτες χωρίς κανένα εισόδημα, αριθμός υπερδιπλάσιος από εκείνον του 2007 (Κ. Καλλίτσης, 13/01/13). Αναρωτιόμαστε, για μια ακόμα φορά στη νεότερη ιστορία μας, ποιοι είμαστε, τι μας έχει απομείνει από το παρελθόν μας και, κυρίως, πού πάμε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση υπήρξε μια σταθερή για μας αξία και γι’ αυτό στη σημερινή καταχνιά παραμένει ένας φάρος προσανατολισμού. Δεν υπόσχεται όμως η Ε.Ε. επιστροφή στις μέρες των χαμηλότοκων δανείων που χρηματοδοτούσαν τις καταναλωτικές μας συνήθειες. Η διαπαιδαγώγηση της ανέχειας ίσως καταστήσει την επόμενη γενιά πιο λιτοδίαιτη και λιγότερο απαιτητική, αλλά και πιο εφευρετική. Στο μεταξύ, τα προϊόντα της προβληματικής διαπαιδαγώγησης εισέρχονται ήδη στην πολιτική. Διεκδικητικοί, συχνά ανεπάγγελτοι πολιτευτές, μεγαλωμένοι χωρίς γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει, ταλαιπωρούν τον πολιτικό μας βίο. Ποιοι θα αντικαταστήσουν άραγε την προβληματική ηγεσία της σήμερον;
Αισιοδοξία προκαλεί το γεγονός ότι ο νόμος Διαμαντοπούλου αρχίζει να αποδίδει εξαιρετικά Διοικητικά Συμβούλια για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Εξέχοντες Ελληνες της διασποράς προθυμοποιούνται να υπηρετήσουν την πατρίδα. Θα χρειαστούν ωστόσο αρκετά χρόνια ώσπου το σωτήριο αυτό μέτρο αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Στο μεταξύ, κάποιοι αριστείς της επιστήμης θα πρέπει να εγκαταλείψουν τον εφησυχασμό τους για να αντιμετωπίσουν τους σημερινούς βουλευτές που ανακαλύπτουν την πολιτική πυρίτιδα στον θεσμικά «υπανάπτυκτο» κόσμο.
Παρακολουθήσαμε πρόσφατα δύο διαλέξεις για το πολιτικό παρόν της χώρας μας από δύο γνώστες και φίλους της Ελλάδας. Τον ιστορικό του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, Mark Mazower, και τον ανθρωπολόγο του Πανεπιστημίου Harvard, Michael Herzfeld. Και οι δύο ομιλητές επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στο φαινόμενο της Χρυσής Αυγής και σε ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει: τον σωβινισμό, την ξενοφοβία, τη μισαλλοδοξία, την απομόνωση και τη βία. Ο Mazower ακολούθησε το παράδειγμα του Eric Hobsbawm, ο οποίος θεώρησε τη σύγκριση κομμουνισμού και ναζισμού ηθικό ατόπημα, αφού ο πρώτος αποσκοπεί στην απελευθέρωση των καταπιεσμένων, ενώ ο δεύτερος στις παράφορες και απάνθρωπες επιδιώξεις του. Βέβαια ο μαρξισμός είναι παιδί του Διαφωτισμού και του ρασιοναλισμού, ενώ ο φασισμός – ναζισμός, απότοκος του ρομαντισμού και του αντιδιαφωτισμού, ωστόσο και οι δύο έχουν μια από κοινού περιφρόνηση για τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Χωρίς τον έλεγχο που ασκεί το αντιπροσωπευτικό σύστημα και το κράτος δικαίου, οποιοδήποτε καθεστώς μπορεί να εκτραπεί σε πράξεις ολοκληρωτισμού και βαρβαρότητας, ανεξαρτήτως δηλωμένων προθέσεων. Οι μεν στα γκουλάγκ και οι δε στα στρατόπεδα του θανάτου.
Η Ελλάδα με την κατακερματισμένη κοινωνία της δεν υπήρξε ποτέ ευεπίφορη στις μαζικές ιδεολογίες. Τόσο ο κομμουνισμός όσο και ο ελάχιστος στην Ελλάδα φασισμός, ήταν προϊόντα των εκτάκτων συνθηκών που προκάλεσε η μικρασιατική καταστροφή. Το ΚΚΕ απέκτησε ερείσματα στα αστικά κέντρα που έγιναν καταφύγιο για τους ενδεείς πρόσφυγες, ενώ η φασίζουσα οργάνωση «Τρία Έψιλον» της Θεσσαλονίκης κατευθυνόταν από πρόσφυγες οι οποίοι ανταγωνίζονταν με τους άστεγους Εβραίους, τα θύματα της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917, για τα ελάχιστα καταλύματα της πόλης.
Πέρα όμως από τις έκτακτες συγκυρίες που εξηγούν τη γένεση των μαζικών ιδεολογιών, οι παραδοσιακές δομές της ελληνικής κοινωνίας αντιστρατεύονταν τις οριζόντιες συσπειρώσεις των ιδεολογικών άκρων. Από το τέλος του Αγώνα το ελληνικό κράτος παρέλαβε μια κατακερματισμένη κοινωνία φατριών. Κάθε φατρία διέθετε τη δική της ηγεσία και ιεραρχία και όλες μαζί πολιορκούσαν το κράτος για ρουσφέτια και παροχές.
Η ασφαλέστερη εκδήλωση αντίθεσης προς το κράτος υπήρξε πάντα η περιφρόνηση των νόμων και η άμυνα του κράτους, η αυστηρή τιμωρία των παρανομούντων. Οταν το κράτος χάνει την ενότητά του, ενδίδει ευκολότερα στην παρανομία. Η έξαρση της ανομίας συνοδεύει περιόδους όπως του διχασμού, της κατοχής και του εμφυλίου. Οι αδύναμες πολιτικές ηγεσίες, καλή ώρα οι σημερινές, προκαλούν με τη φοβισμένη ανοχή τους προς την ανομία την επιδείνωση του φαινομένου.
Με τη μεταπολιτευτική νομιμοποίηση του ΚΚΕ αρχίζει περίοδος διεκδικήσεων και εκδηλώσεων που προκαλούν τη νομιμότητα. Παράλληλα γεννιούνται νέοι αριστεροί σχηματισμοί, οι οποίοι θεωρούν την περιφρόνηση των νόμων κορωνίδα της ιδεολογίας τους. Χαρακτηριστικά φαινόμενα είναι το σύνθημα του ΚΚΕ «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», οι πολλές καταλήψεις του πανεπιστημίου και οι επιδρομές του ΠΑΜΕ σε λιμάνια και υπουργεία. Όμως και η αξιωματική αντιπολίτευση δεν υστερεί σε δηλώσεις ότι θα εμποδίσει τον νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που πέρασε στη Βουλή με 80% ψήφους υπέρ. Ακολουθούν οι «αρματολοί» πρυτάνεις με δηλώσεις ότι θα πολεμήσουν τον νόμο, ενώ εξίσου μαχητικοί εμφανίζονται οι αξιοθρήνητοι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και βέβαια η φοβερή «Χρυσή Αυγή». Βλέπουμε συνεπώς την ανομία ως γενεσιουργό αιτία της παράλυσης που ακολουθεί. Η Χρυσή Αυγή δεν είναι παρά επιφαινόμενο της κρίσης αλλά και της κρατικής ανοχής προς την ανομία.
Όταν το κράτος δικαίου δοκιμάζεται, η Δημοκρατία παραμερίζει για να περάσει η αυθαιρεσία και ως γνωστόν τα μεγαλύτερα θύματα της αυθαιρεσίας είναι οι πιο ευάλωτοι πολίτες και όχι βέβαια οι ισχυροί. Αυθαιρεσίες άφθονες γνωρίζουμε από τους συνδικαλιστές των συγκοινωνιών, των πλοίων και ενίοτε μας θυμάται και ο κ. Φωτόπουλος. Η ανομία εύκολα προάγεται σε εγκληματική πράξη. Η δολοφονία τριών νέων ανθρώπων στη Marfin από μασκοφόρους της Αριστεράς μας θυμίζει πόσο λίγο απέχουμε από το έγκλημα, όταν περιφρονούνται οι νόμοι. Όσο για τη φοροδιαφυγή, είναι φαινόμενο που αποτελεί προμετωπίδα της ελληνικής ανομίας.
Απορώ πώς οι φίλοι μας του εξωτερικού δεν σκέφτηκαν αυτή την πρωταρχική απειλή για κάθε δημοκρατία, αντί των επιφαινομένων;
Βρισκόμαστε πάλι σε περίοδο μετάβασης που ουδείς γνωρίζει ποιο αντίκτυπο θα έχει στον καθημερινό μας βίο. Ανάμεσα στο 1990 και το 2010 ο αριθμός των ατόμων που ζούσαν κάτω από τα όρια της φτώχιας με 1.25$ την ημέρα, μειώθηκε από 43% σε 21%. Μια μείωση της τάξης του 1,1 δισεκατομμυρίου από το συνολικό πληθυσμό των 7 δισεκατομμυρίων. Η Δύση, αφού μεταμόρφωσε ολόκληρο τον κόσμο σύμφωνα με τα πολιτισμικά, οικονομικά και πολιτικά της πρότυπα, πληρώνει τώρα το τίμημα της επιτυχίας της. Η ευζωία του μέσου δυτικού ανθρώπου επιβαρύνει το κόστος της παραγωγής του. Οι δυτικές εταιρείες εδώ και πολλά χρόνια στέλνουν τα κεφάλαιά τους σε χώρες του Τρίτου κόσμου, ανατρέποντας την πρόβλεψη του Καρόλου Μαρξ ότι τα καπιταλιστικά κέντρα θα ρουφήξουν την ικμάδα της περιφέρειας. Ήδη, οι εξαθλιωμένες κάποτε Κίνα, Ινδία και Βραζιλία (μεταξύ άλλων) με τον μισό περίπου πληθυσμό του πλανήτη, διεκδικούν σε μια-δύο δεκαετίες τα σκήπτρα των μεγαλύτερων οικονομιών της γης. Τα κομμουνιστικά κόμματα εγκατέλειψαν προ πολλού το διεθνιστικό τους πρόγραμμα και αναζητούν την προστασία των εργαζομένων στην εθνική αναδίπλωση κάθε πατρίδας τους. Ωστόσο, θέλοντας και μη, οι χώρες των δυτικών ανθρώπων παραδίδουν τα σκήπτρα της ισχύος στις μεταλλαγμένες πρωτεύουσες της Ασίας.
Είναι άραγε η παρατεταμένη ύφεση στην Ευρώπη με 26 εκατομμύρια ανέργους, μη αναστρέψιμη; Ποια πολιτική θα επιλέξει μετά τις εκλογές του φθινοπώρου η ισχυρότερη οικονομική δύναμη της ηπείρου μας; Την εμβάθυνση της Ευρωζώνης, τον περιορισμό της σε έναν κύκλο εκλεκτών της οικονομίας ή τη διάλυση της νομισματικής ένωσης και την επιστροφή των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών στην πριν από την ΕΟΚ κατάσταση ανταγωνισμού; Θα αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι τον διεθνή ανταγωνισμό ως κατακερματισμένες κρατικές οντότητες; Σε τι κατάσταση θα περιέλθει η Ελλάδα εκτός του σημερινού συστήματος της Ε.Ε.; Όπως εξήγησε ο Χριστόφορος Πισσαρίδης στο Μέγαρο Μουσικής, εάν η χώρα μας εγκαταλείψει ή εγκαταλειφθεί από το ευρώ, θα επιστρέψει σε εθνικό νόμισμα το οποίο ουδείς θα θέλει στο εξωτερικό και εσωτερικό. Θα πρέπει συνεπώς να μάθει να επιβιώνει χωρίς ορισμένα βασικά εισαγόμενα είδη. Ο κ. Τσίπρας προτιμάει την ασάφεια του «ναι μεν ευρώ, αλλά» κατακεραυνώνει τους οπαδούς του Μνημονίου. Η πεποίθησή του ότι μπορούμε να διαπραγματευτούμε νέα χαμηλότοκα δάνεια και «κουρέματα» χωρίς να υποβληθούμε σε θυσίες και μεταρρυθμίσεις, μας παραπέμπει στην ανέμελη νιότη του.
Και ενώ η κυβέρνησή μας πασχίζει να εξασφαλίσει την επόμενη δόση του δανείου χωρίς να διώξει δημοσίους υπαλλήλους, οι σχέσεις με την Τουρκία έχουν μπει στον αυτόματο πιλότο. Ευτυχώς ο κ. Ερντογάν υπήρξε πολύ απασχολημένος με την προσπάθεια να καθυποτάξει τους στρατιωτικούς του και τώρα το σύνολο των διαμαρτυρομένων αντιπάλων του, ώστε να μην έχει χρόνο να αναπτύξει επικίνδυνες εις βάρος μας πρωτοβουλίες. Τα τρία τελευταία χρόνια η μελέτη της Τουρκίας και των εκκρεμοτήτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις λιμνάζουν. Στην ελληνική Βουλή, ωστόσο, η δεξιά αντιπολίτευση επιδίδεται σε ασκήσεις άγονου πατριωτισμού χωρίς να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες μιας ελληνοτουρκικής κρίσης. Τα πολλά χτυπήματα που δέχεται η Κύπρος και ο ζήλος των ΗΠΑ να αποκαταστήσουν τις σχέσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία, προσθέτουν ένα ακόμα πρόβλημα στην ελληνική διπλωματική ατζέντα.
Ένας κυβερνητικός ανασχηματισμός θα ήταν πολύ χρήσιμος σήμερα, αλλά αν οι προβλέψεις της «Καθημερινής» περί «βασικών πυλώνων» της κυβέρνησης επαληθευτούν, τότε η όποια αισιοδοξία θα αποδειχθεί αδικαιολόγητη. Ο Κώστας Ιορδανίδης μας ξαναφέρνει στην πραγματικότητα όταν παρατηρεί ότι «η πολιτική στην Ελλάδα βρίσκεται σε εγγενή διάσταση με την κοινωνία από συστάσεως ελληνικού κράτους» («Κ», 21-04-2013). Θα έλεγα μάλλον ευτυχώς γιατί η πολιτική μας ηγεσία των πρώτων 150 ετών τουλάχιστον υπήρξε υψηλού επιπέδου. Τα τελευταία 20 – 30 χρόνια οι πολιτικοί μας έγιναν αντιπροσωπευτικότεροι του μέσου όρου της κοινωνίας που τους εκλέγει. Κανείς όμως δεν φαίνεται ευχαριστημένος από το φαινόμενο αυτό. Οι εχέφρονες ψηφοφόροι θα προτιμούσαν να βρίσκονται επικεφαλής οι άριστοι, αντί ηγετών αντιπροσωπευτικών του μέσου όρου. Είναι παρήγορο ότι και αριστεροί διανοητές όπως ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης, επιτιμούν τον επείσακτο λαϊκισμό μας ο οποίος υπονομεύει την εκπαίδευση, την επιλογή δημόσιων λειτουργών και τον πολιτικό βίο γενικότερα. «Ιδιαίτερα ιλαροτραγική παρουσιάζεται η θέση της “Αριστεράς», η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζει τα “λαϊκά» αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής αίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται “λαός” – υποχρεώνεται δηλαδή να προωθεί την εκποίηση της χώρας εφόσον ο “λαός” την απαιτεί”. (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, σ. 63).
Ο λαϊκισμός της Δεξιάς και της Αριστεράς αποπροσανατολίζει τους πάσχοντες από τα μέτρα λιτότητας με ένα κατηγορητήριο που μεταθέτει τις ευθύνες για την κρίση στους έξω και χαρακτηρίζει τα χαμηλότοκα δάνεια τα οποία μας προσφέρουν (αλλά μπορούμε να αρνηθούμε) σαν «τοκογλυφικά». Όταν ξεκαθαρίσει το τοπίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και φύγουν οι τελευταίοι «αντιστασιακοί» πρυτάνεις, το πρώτο μέλημα των ανανεωμένων ΑΕΙ θα πρέπει να είναι η στόχευση του λαϊκισμού.

Ο εγγενής αντιευρωπαϊσμός του πολιτικού μας συστήματος

του Περικλή Βαλλιάνου

DSCN4936Η Ευρώπη δεν είναι μόνο ένας οικονομικός και πολιτικός χώρος, αλλά πρωτίστως μια κοινότητα πολιτισμού και αξιών.
-Ισότητα δικαιωμάτων.
-Κοινωνική δικαιοσύνη.
-Εξουσία του νόμου και όχι της αυθαίρετης βούλησης του ενός ή των ολίγων.
-Απόλυτη ελευθερία του κριτικού λόγου.
Αυτή είναι ιστορικά η Ευρώπη.
Η Ελλάδα τύποις προσχώρησε στην Ευρώπη το 1981. Αλλά η πολιτική μας ηγεσία ποτέ δεν ενστερνίστηκε την πολιτιστική και αξιακή διάσταση του εγχειρήματος.
Την Ευρώπη την κατανόησε μονάχα εργαλειακά.
Πρώτα ως πηγή οικονομικών πόρων, όχι όμως για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής μηχανής, αλλά για την χρηματοδότηση του φαύλου και αντικοινωνικού κράτους που είχε χτίσει η κομματοκρατία. Ο πακτωλός των χρημάτων που εισέρευσαν σπαταλήθηκε από την διαφθορά και τον καταναλωτισμό που απέρρεε βασικά από τα προνόμια διαφόρων συντεχνιών.
Ταυτόχρονα διαμορφώθηκε μια τριτοκοσμική και αντιευρωπαϊκή ιδεολογία, που έγινε λίγο πολύ η επίσημη ιδεολογία του κομματικού συστήματος και επιβλήθηκε στην κοινή γνώμη μέσω των ΜΜΕ.
Μια Ελλάδα όπου οι συνταγματικοί θεσμοί είναι απλώς το προπέτασμα για να επιβάλλουν το ιδιοτελές τους συμφέρον διάφορες επιχειρηματικές και συνδικαλιστικές φατρίες δεν είναι χώρα ευρωπαϊκή. Και αυτή η χώρα κατέρρευσε.
Μετά την χρεωκοπία ο αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός γιγαντώθηκε. Η κυβερνώντες κατηγορούσαν την Ευρώπη για τα μέτρα που ψήφιζαν -και δεν εφάρμοζαν στον βαθμό που περιείχαν προβλέψεις που πραγματικά θα ελευθέρωναν την οικονομία. από τον γραφειοκρατικό στραγγαλισμό.
Και η αντιπολίτευση ευαγγελιζόταν την επιστροφή στον παράδεισο της γενικευμένης διαφθοράς από τον οποίο μιας έδιωξαν οι «κακοί ξένοι».
Παρ’ όλα αυτά, την στιγμή της χρεωκοπίας η Ευρώπη αποδείχθηκε το δίχτυ που μας έσωσε από την τέλεια καταστροφή.
Όμως μια Ελλάδα που θα παραμένει πιστή στο κρατικίστικο μοντέλλο της πατρωνείας και της πελατείας, μια αντι-ευρωπαϊκή Ελλάδα δηλ., δεν μπορεί να απαιτεί την Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
Μονάχα μια Ελλάδα που αλλάζει ριζικά το πολιτικό και οικονομικό της σύστημα. Και στην παιδεία και την κοινωνική της ζωή υιοθετεί συνειδητά το ευρωπαϊκό αξιακό κεκτημένο και συμμετέχει θετικά στην εμβάθυνση της ένωσης θα έχει την συμπαράσταση όλων εκείνων, σε βορρά και νότο, που πιστεύουν στην αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής ιδέας και στην εγκατάλειψη της μονομερούς λιτότητας. Μια τέτοια Ελλάδα οφείλουμε στα παιδιά μας.
Μονάχα το Ποτάμι εκφράζει σήμερα αυτήν την προοπτική. Γιατί το πολιτικό του προσωπικό είναι καινούργιο, είναι συνειδητοί υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ιδέας και χωρίς ευθύνες για την παθογένεια που απαξίωσε την χώρα μας διεθνώς τα τελευταία χρόνια.

 

Γιατί απέτυχε η ευρωπαϊκή Ελλάδα

της Αντιγόνης Λυμπεράκη

i-antigoni-lyberaki-epikefalis-sto-epikrateias-drasis-dimiourgias-xanaΗ Ελλάδα στην Ευρώπη απέτυχε. Ο λόγος ήταν ότι είδαμε την Ευρώπη σαν εργαλείο για να μείνουμε οι ίδιοι, περνώντας καλύτερα. Όχι, όπως για παράδειγμα η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, σαν ένα λόγο για να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Προσηλωμένοι στον καθρέφτη, στο είδωλο της όψης μας βουλιάξαμε στην αυταρέσκεια και δεν καταλάβαμε ότι βαδίζαμε προς την καταστροφή.
Και μάλιστα φαίνεται ότι ούτε και τώρα δεν το έχουμε καταλάβει…
Όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ νομίσαμε πως αναβαθμιστήκαμε από πατίνι σε αεροπλάνο. Πως βρήκαμε επιτέλους τη συντομότερη οδό για την ουσιαστική μας ένταξη στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς αστερίσκους. Η κονταρίδα μας ήταν το διαβατήριο και το εισιτήριο μαζί.
Εκ των υστέρων πέσαμε από τα σύννεφα. Εκ των υστέρων καταλαβαίνουμε πως η αφθονία πόρων δεν αρκούσε για να γίνει η χρυσαλλίδα πεταλούδα. Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν κατάφερε μετά την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αυξήσει αισθητά την παραγωγικότητα και τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.1 Και να σκεφτεί κανείς πως μιλάμε για μια διαδρομή 33 χρόνων μετά την ένταξη και αφού μεσολάβησαν τουλάχιστον 6 γενεές παρεμβάσεων μέσα από τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων (περίπου 5 ετήσια ΑΕΠ).
Γιατί η κονταρίδα μας αντί να μας οδηγήσει στον κήπο της Εδέμ μας έριξε στα βράχια της χρεοκοπίας; Ο λόγος δεν πρέπει να αναζητηθεί στις θεωρίες μεγέθυνσης και σε άλλα τεχνοκρατικά.
Αποτύχαμε επειδή δεν πιστέψαμε πως έπρεπε κι εμείς να αλλάξουμε. Επειδή οι πολιτικοί μας δεν πίστεψαν ότι κάνουν κάτι καλό για μας, αλλά επειδή μας το ζητούσαν οι απαιτητικοί ξένοι. Θεώρησαν ότι η συμμετοχή μας στην ΟΝΕ ήταν η επιβράβευση για το πριν και όχι το κατώφλι μιας απαιτητικής διαδρομής για το μέλλον. Πιστεύοντας οι πολιτικοί σε αυτό, πέρασαν τον ιό αυτό και στην κοινωνία που τους άκουγε.
Κολλήσαμε έτσι όλοι εμείς αυτάρεσκα σε αυτό που ξέραμε, περιφρονώντας ακόμα και την ιδέα να ξανασκεφτούμε τον τρόπο που εργαζόμαστε, συνεννοούμαστε, καταναλώνουμε και προνοούμε για το μέλλον.
Ακόμα και στα καλύτερά του, ο «εκσυγχρονισμός» δεν τόλμησε να κάνει τομές στη λειτουργία των θεσμών και στα κεντρικά συστατικά που κινητοποιούν τις οικονομικές συμπεριφορές. Η μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα εξαντλήθηκε σε απλή αναφορά των προβλημάτων. Η αγορά εργασία, ασφαλιστικό σύστημα, διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους έκαναν μια δειλή εμφάνιση, αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκαν άρον-άρον για να στριμωχτούν κάτω από το χαλί. Ηλπιζαν οι πολιτικοί πως στην Ευρωζώνη θα μπορούσαν να γίνουν αυτόματα οι μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι δεν τολμούσαν να θέσουν ευθέως σε συζήτηση.
Δεν είναι τόσο, λοιπόν, ότι δεν κάναμε μεταρρυθμίσεις. Είναι ότι κι αυτές που κάναμε, τις κάναμε με μισή καρδιά, χωρίς πεποίθηση, ίσα-ίσα για να δείξουμε πως τις κάναμε.
Δεν πιστέψαμε πως τις χρειαζόμαστε για να γίνουμε καλύτεροι.
Έτσι, τα χαμηλά επιτόκια και η σταθερότητα που προσέφερε το κοινό νόμισμα έγιναν δωρο-επιταγές αμέριμνης κατανάλωσης, ανοιχτές επιταγές «πίστωσης χρόνου» που κάθε κυβέρνηση ευχόταν να διαρκέσουν μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, που θα μετέφερε την καυτή πατάτα….
Η πολιτική τάξη ανέθετε το σχεδιασμό των μεταρρυθμίσεων σε τεχνοκράτες (στην καλύτερη περίπτωση) και προσπαθούσε να τις ψευτοϋλοποιήσει αναπτύσσοντας, όμως, την αντίθετη ρητορική (για να μην τις καταλάβει κανείς). Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία ήταν μονίμως απροετοίμαστη και εχθρική. Η υλοποίηση κολλούσε και συχνά οδηγούσε σε μεγαλύτερες αποτυχίες από εκείνες που υποτίθεται πως θα αντιμετώπιζε.
Τώρα έχουμε γυρίσει στα ίδια. Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ήμαστε ήδη τέλειοι το 2009. Οι κυβερνητικοί λένε γίναμε τέλειοι μετά το 2010 και δεν χρειαζόμαστε καμιά άλλη αλλαγή. Και οι δύο καταλήγουν στην αδράνεια, προκειμένου να επιστρέψουν στα πολιτικά παιχνίδια που τους αρέσουν να παίζουν.
Αυτή τη στιγμή μόνο το Ποτάμι αντιστέκεται στην αυταρέσκεια . Πολιτικοποιεί το αίτημα των μεταρρυθμίσεων, και τις τοποθετεί στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης.
Θα πετύχει εκεί που απέτυχαν οι άλλοι;
Το Ποτάμι πείθει επειδή δεν κουβαλάει βαρίδια αποτυχίας. Η αξιοπιστία του δεν στηρίζεται στην κολακεία. Η ειλικρίνεια αντικαθιστά τον ξύλινο λόγο.
Το Ποτάμι είναι διαφορετικό, αφού υπάρχει επειδή ακριβώς πιστεύει ότι πρέπει να αλλάξουμε. Όχι να κάνουμε πως αλλάζουμε, μένοντας κατά βάση ίδιοι.

 

Το Ποτάμι στο μέσον του αδιέξοδου δικομματισμού

του Σταύρου Τσακυράκη

DSCN4880Νομίζω ότι είναι ορθή η εκτίμηση πως το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξακολουθεί να είναι το ίδιο ζοφερό με αυτό που επικράτησε σε όλη τη διάρκεια της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι με αφάνταστες θυσίες και αδικίες, επιτεύχθηκε μια δημοσιονομική ισορροπία και ο κίνδυνος μιας άμεσης χρεοκοπίας φαίνεται να απομακρύνθηκε προς το παρόν, η αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.
Η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζουν την κρίση σαν μια επώδυνη μακρά παρένθεση που όπου νάναι τελειώνει και βαυκαλίζονται ότι μπορούν ανέξοδα να κάνουν ό,τι ακριβώς έκαναν και στο παρελθόν: να κτίζουν πελατειακές σχέσεις και να στηρίζονται σε αυτές, να διορίζουν και να διανέμουν προνόμια. Είναι απίστευτη η ένδεια που επιδεικνύει η συντηρητική παράταξη για την εξήγηση των αιτιών της δεινής κρίσης και ακόμη πιο απίστευτη η επιμονή της στις πρακτικές και τις πολιτικές που μας έφεραν στη κατάσταση που βρισκόμαστε. Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ έχει εγκαταλείψει τελείως το «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» και συμμετέχει ενεργά στη νομή της εξουσίας με τον παλιό γνώριμο τρόπο. Η στάση του καθιστά αναξιόπιστη την όποια πρότασή του για ανασυγκρότηση του μεσαίου χώρου, η οποία δικαιολογημένα εκλαμβάνεται από τους πολίτες σαν απλό εκλογικό τέχνασμα. Ο τελευταίος ανασχηματισμός συμβολίζει με τον πιο έκδηλο τρόπο τον αυτισμό των εταίρων προς κάθε αίτημα αλλαγής.
Με χίλια ζόρια και με τις πιέσεις των ξένων κρατηθήκαμε στην επιφάνεια αλλά με την αναβίωση απαράλλακτης της παλαιοκομματικής πρακτικής του παρελθόντος αυτή η κυβέρνηση μας οδηγεί σταθερά σε νέες περιπέτειες. Είναι μια απογοητευτική για τη χώρα κυβέρνηση που θα είχε προ πολλού καταρρεύσει αν δεν υπήρχε ο φόβος της αντιπολίτευσης. Όσο και να ακούγεται παράδοξο είναι η αντιπολίτευση με την πολιτική της που κρατά ζωντανή αυτή τη κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ παράβλεψε τις ιδιομορφίες της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος και είδε την κρίση ως ευκαιρία καταγγελίας της οικονομίας της αγοράς, της Ευρώπης και του Ευρώ. Κατά καιρούς παρουσίασε ως πρότυπα τη Βενεζουέλα ή την Αργεντινή ενώ υποδαύλισε την οργή των δοκιμαζόμενων πολιτών και συμπαρατάχθηκε σε κάθε συντεχνιακό αίτημα δίκαιο ή άδικο.
Η ειρωνεία είναι ότι όσο λιγότερο πιστεύει ο κόσμος τη ρητορεία της αντιπολίτευσης, όσο απομακρύνεται ο φόβος για τη δήθεν μεγάλη αλλαγή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές. Με άλλα λόγια θα τις κερδίσει στο βαθμό που διαφαίνεται, αυτό που πρώτοι είδαν οι εργατοπατέρες που έσπευσαν στις τάξεις της: ότι τίποτα ουσιαστικά δεν θα αλλάξει εκτός φυσικά από την εναλλαγή των προσώπων στην εξουσία. Η μεγαλύτερη ουσιαστική μομφή προς την αντιπολίτευση είναι ότι με τις γενικόλογες καταγγελίες άφησε στο απυρόβλητο τις πρακτικές του παλαιοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης και έτσι υπονόμευσε την απαίτηση για συγκεκριμένες ριζικές αλλαγές.
Ισχύει για την αντιπολίτευση το ίδιο που ισχύει για την κυβέρνηση: θα είχε προ πολλού αποδυναμωθεί αν δεν είχε απέναντί της μια πολύ κακή κυβέρνηση. Το ευτύχημα είναι ότι αρκετοί πολίτες αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο στο οποίο μας οδηγούν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν αυτοδυναμία είτε στο ένα είτε στο άλλο κόμμα. Ποια, όμως, πολιτική δύναμη μπορεί να συμπράξει με ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ για μια λογική διακυβέρνηση της χώρας; Τα κόμματα-τέρατα της κρίσης και το ΚΚΕ δεν είναι υποψήφιοι. Μένουν το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ που βρίσκεται σε κρίση και το ΠΟΤΑΜΙ. Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ έχουν στη πλάτη τους το βάρος της αποτυχημένης συγκυβέρνησης και άρα δεν μπορούν πειστικά να προβάλουν ως τρίτος πόλος.
Το Ποτάμι είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να απευθυνθεί σε όσους πολίτες απορρίπτουν το δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ και να ζητήσει τη δύναμη για να εγγυηθεί μια διακυβέρνηση που δεν θα βάλει τη χώρα σε περιπέτειες και θα κρατήσει ανοικτή την προοπτική των μεταρρυθμίσεων. Βεβαίως, όπως πολλές φορές είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης, το Ποτάμι δεν δημιουργήθηκε για να διεκδικήσει ένα κομμάτι εξουσίας. Φιλοδοξεί να συμβάλει στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Όμως δεν επιτρέπεται σε μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη να αδιαφορεί για την δυνατότητα κυβερνητικής λύσης περιμένοντας να έρθει η ώρα για το δικό της πρόγραμμα. Άλλωστε η άρνηση σύμπραξης στις σημερινές περιστάσεις δεν θα σήμαινε παρά, μετά από αλλεπάλληλες εκλογές, αυτοδυναμία ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή μια λύση καταστροφική.
Πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε ότι παρόλο που είμαστε μια νέα πολιτική δύναμη, δεν θα καθίσουμε στην άκρη, καθαροί και αμόλυντοι, αλλά εφόσον έχουμε τη δυνατότητα θα συμβάλλουμε σε μια κυβερνητική λύση είτε πρώτο κόμμα έρθει η ΝΔ είτε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί μας λένε: δεν μπορεί και με τους δύο, διαλέξτε. Η απάντηση είναι ότι και οι δύο είναι κακοί, δεν θα συνεργαστούμε επειδή με κάποιον συγγενεύουμε, αλλά γιατί θα αποτρέψουμε το χειρότερο που είναι να κυβερνήσουν μόνοι τους.
Δεν πρόκειται, όμως, να κάνουμε αυτά που κοροϊδεύουμε. Οι όροι της κυβερνητικής συνεργασίας θα είναι διαφανείς και θα ελέγχονται από τη κοινή γνώμη. Για την συνεργασία υπάρχουν δύο προφανείς κόκκινες γραμμές (για να χρησιμοποιήσω ένα όρο της μόδας), η μία προς τη ΝΔ, η άλλη προς το ΣΥΡΙΖΑ. Η κόκκινη γραμμή με τη ΝΔ είναι το πελατειακό κράτος. Δεν θα συνεργαστούμε αν δεν εξασφαλίσουμε αξιοκρατικούς διορισμούς στις θέσεις διοίκησης. Δεν θα υπάρξει κανένα 4-2-1 ή άλλη κατανομή αλλά θα επαναφέρουμε ανανεωμένο το open gov. Το Ποτάμι μπορεί να μην διορίσει κανένα δικό του στέλεχος αλλά θα είναι υπεύθυνο για κάθε διορισμό που θα γίνει. Η κόκκινη γραμμή με το ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς η Ευρώπη και το Ευρώ. Δεν είναι θέμα γενικής διακήρυξης αλλά εξασφάλισης ότι δεν θα γίνει καμία ενέργεια που μπορεί να διαταράξει τις σχέσεις μας με τους εταίρους και τη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κόκκινες αυτές γραμμές πρέπει να εκφραστούν και από τα πρόσωπα της συγκυβέρνησης. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αν η ΝΔ βγει πρώτο κόμμα, δεν πρέπει να είναι δεδομένο ότι θα ηγηθεί της νέας κυβερνητικής συνεργασίας ο σημερινός Πρωθυπουργός που διακρίθηκε στον διορισμό ημετέρων και τη διανομή προνομίων. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών πρέπει να ανατεθεί σε πρόσωπο αναμφισβήτητου ευρωπαϊκού προσανατολισμού.
Οι κόκκινες γραμμές και τα πρόσωπα φυσικά δεν είναι αρκετά για να διαγράψουν μια κυβερνητική συνεργασία. Το Ποτάμι, αναλόγως και με τη δύναμή του, πρέπει να θέσει προτεραιότητες για συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, να τις διαπραγματευτεί και το κυριότερο να εφαρμόσει ό,τι συμφώνησε.
Δεν θα ήθελα να κλείσω μένοντας στις άμεσες προοπτικές συνεργασίας για την εξουσία. Το Ποτάμι, είπαμε, έχει τη μεγάλη φιλοδοξία να πείσει τους πολίτες ότι η κρίση είναι αφορμή για τη δημιουργία μιας δίκαιης, σύγχρονης και αποτελεσματικής κοινωνίας. Γνωρίζουμε ότι πρόκειται για έργο δύσκολο που απαιτεί ριζικές αλλαγές σε όλους τους τομείς: δικαιοσύνη, διοίκηση, παιδεία, υγεία, ασφάλιση. Με αυτό, όμως, το έργο πρέπει εν τέλει να αναμετρηθούμε και σε αυτό έχουμε ανάγκη από τη συμπαράταξη όλων των δυνάμεων που βλέπουν το αδιέξοδο του δικομματισμού. Οι δυνάμεις αυτές είναι υπαρκτές και ισχυρές. Το μέγα στοίχημα είναι να κατορθώσουμε χωρίς ιδεοληψίες και φανατισμούς να τις ενώσουμε σε μια μεγάλη παράταξη που θα αλλάξει τη κοινωνία μας.

Οικονομια

Πολιτικές διαστάσεις της οικονομικής εξωστρέφειας

του Αρίστου Δοξιάδη

maxresdefaultΝα αυξήσουμε τις εξαγωγές. Πρέπει να γίνει εθνικός στόχος. Είμαστε η χώρα με τις λιγότερες εξαγωγές σε όλη την Ευρώπη (υπολογίζοντας μέσα και τον τουρισμό, και τη ναυτιλία). Γιατί μάθαμε να πουλάμε ακριβές υπηρεσίες ο ένας στον άλλον, και δεν μάθαμε να φτιάχνουμε προϊόντα καλύτερα, σε κάποιους κλάδους, από κάθε ξένον ανταγωνιστή.
Οι επιχειρήσεις που εξάγουν, για να μπορούν να εξάγουν, πρέπει κάθε χρόνο να βελτιώνονται. Είτε στο προϊόν, είτε στην διαδικασία παραγωγής, είτε στις γνώσεις των εργαζόμενων. Γίνονται πιο παραγωγικές, ή σβήνουν. ‘Οταν γίνονται πιο παραγωγικές, μπορούν να δώσουν καλύτερους μισθούς, και να πληρώσουν περισσότερους φόρους.
Σε τέτοιες επιχειρήσεις στηρίχθηκε η σοσιαλδημοκρατία της δυτικής και της βόρειας Ευρώπης. Όλες οι χώρες που θαυμάζουμε το κοινωνικό τους κράτους είναι πρωταθλητές των εξαγωγών. Δεν μπορείς να κάνεις κοινωνική πολιτική με δανεικά από το εξωτερικό. Ούτε μπορούμε να στηρίξουμε τις συντάξεις, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και την δημόσια διοίκηση που θέλουμε, σε εργολάβους δημοσίων έργων, σε μικρομάγαζα, και σε ελεύθερους επαγγελματίες
Πρέπει να αυξήσουμε τις εξαγωγές. Ηταν 24% του ΑΕΠ το 2008. Σήμερα είναι 29%, όχι επειδή αυξήθηκαν αυτές, αλλά επειδή έπεσαν τα υπόλοιπα εισοδήματα. Να τις αυξήσουμε, και να τις πάμε στο 35% ή 40% ενος ΑΕΠ, που θα μεγαλώνει . Πάλι θα είναι κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης. Αλλά αν τα καταφέρουμε θα έχουμε αλλαξει την πορεία χώρας. Δεν θα είμαστε πια ζητιάνοι στις Βρυξέλλες, και δεν θα καταρρέουμε όποτε αλλάζει το κλίμα στις χρηματαγορές. Όπως δεν καταρρέουν οι Ολλανδοί και οι Φινλανδοι.
Για να γίνει αυτό, δεν αρκούν τα τεχνικά μέτρα: φορολογικό, αναπτυξιακός νόμος, και τα σχετικα. Χρειζονται αλλαγες στους θεσμούς, που σημαίνει χρειάζεται ενα πολιτικό πρόγραμμα.
Δυο βασικές αρχές να το διέπουν: Πρώτη, η συνεργασία. Στην παγκόσμια αγορά καμμιά επιχείρηση δεν γίνεται ανταγωνιστική μόνη της.
Χρειάζεται πανεπιστήμια που μορφώνουν τους μηχανικούς της και επαγγελματικές σχολές για τους τεχνίτες της. Ερευνητές που να εξετάζουν τα προϊόντα της και προτείνουν βελτιώσεις.
Προμηθευτές για τις πρώτες ύλες της, που να επιμένουν στην ποιότητα και την συνέπεια, όπως και ο ίδιος ο εξαγωγέας.
Αν ειναι μικρή επιχείρηση, να μετέχει σε ενα δίκτυο με παρόμοιους παραγωγούς, που ειναι περισσότερο συνεργάτες και λιγότερο ανταγωνιστές. Αν ειναι αγρότης, να μετέχει σε έναν καλο, ανταγωνιστικό συνεταιρισμό.
Περισσότερο απο όλα, η εξαγωγική επιχειρηση χρειάζεται εργαζόμενους που να μετέχουν στα κέρδη της όταν έχει αυξηθεί η παραγωγικότητα, για να μετετέχουν και στην προσπάθεια της ανταγωνιστικοτητας. Να εργάζονται υπερωρίες και Κυριακές, να νοιάζονται για την ποιότητα του κάθε κομματιού, να επιμορφώνονται. Αλλά να κερδίζουν απο όλα αυτά.
Δεύτερη αρχή: ευελιξία. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός είναι απρόβλεπτος, και σίγουρα ξεπερνάει την δυνατότητα του ‘Ελληνα νομοθέτη να σχεδιάσει πώς πρέπει να λειτουργούν οι επιχειρήσεις.
Η εξαγωγική επιχείρηση θα αναγκαστεί και να απολύσει, και να ξαναπροσλάβει, και να αλλάξει τον προϊόν ή την υπηρεσία της, με τρόπο που μπορεί να μην επιτρέπεται απο κάποιο κλειστό επάγγελμα.
Το καλό κοινωνικό κράτος αναπτύχθηκε στην Ευρώπη, ενμέρει, για να μπορούν οι επιχειρήσεις να αλλάζουν τη στρατηγική τους, χωρίς να τσακίζεται η ζωή την εργαζόμενων. Αυτό ηταν το κοινωνικό συμβόλαιο στη βάση της σοσιαλδημοκρατίας.
Συνεργασία λοιπόν, των εργοδοτών με τους εργαζόμενους, και με πολλούς άλλους φορείς. Καλό κοινωνικό κράτος. Και ευελιξία στα επιχειρηματικά σχέδια. Αυτο είναι το θεσμικό υπόβαθρο της οικονομικής εξωστρέφειας.
Δυστυχώς κανένα απο τα κόμματα εξουσίας δεν έχει αυτό το πακέτο στο πρόγραμμα του. Προτιμούν τα στεγανά στα πανεπιστήμια. Την υπερβολική ρύθμιση για την επιχείρηση, που σκοτώνει την ευελιξία. Το κρατος που προστατεύει συγκεκριμένες ομάδες, και οχι όλους αυτούς που έχουν αναγκη. Τον αρνητικό συνδικαλισμό αντι την θετική διαπραγμάτευση και τη συνεργασία.
Να λοιπόν η πρόκληση για το Ποτάμι.

 

Ποιος θα μιλήσει για τη γενιά της κρίσης; Τα αόρατα θύματα των μεταρρυθμίσεων

του Πλάτωνα Τήνιου

DSCN4925Α. Κόμματα, πρόβλημα ή λύση;
Τι δουλειά κάνουν τα κόμματα; Κάνουν ρουσφέτια ή προσφέρουν λύσεις; Είναι η πηγή του προβλήματος ή η αφετηρία της λύσης;
Τα παλιά πολιτικά κόμματα, σίγουρα, δεν εντόπιζαν προβλήματα ούτε πρότειναν λύσεις. Αντίθετα, καθησύχαζαν τον κόσμο, χάιδευαν αυτιά και έκαναν ρουσφέτια. Ετσι, έκρυβαν το πρόβλημα, το μετέθεταν και το έκαναν ακόμη χειρότερο. Και έτσι πέταξαν την χώρα στα βράχια. Δεν ήταν παρά μυωπικοί μηχανισμοί αυτοκαταστροφής.
Όμως, μπορούμε να βγούμε από την κρίση χωρίς κόμματα; Ποιος θα αντιληφθεί το πρόβλημα, θα το διαγνώσει, ποιος και πώς θα βρεί την λύση, ποιος θα πείσει; Ποιος θα πιέσει;
Αυτές δεν είναι δουλειές για τεχνοκράτες. Τα κόμματα είναι απαραίτητα. Σίγουρα όχι τα παλιά. Ποια όμως; Ποια είναι η περιγραφή καθηκόντων για το νέο είδος κόμμα που χρειάζεται ο τόπος;
Όλα αυτά ακούγονται ίσως λίγο θεωρητικά. Για αυτό πρέπει να δούμε ένα παράδειγμα: Ένα πρόβλημα, σημαντικό αν και σχεδόν άγνωστο, χωρίς εύκολες λύσεις. Ένα από αυτά τα θέματα που ‘αξιοποιούν’ τα παλιά κόμματα για να κοροϊδεύουν τον κόσμο υφαρπάζοντας την ψήφο του, προκειμένου να αναπαράγουν τον εαυτό τους.
Ταυτόχρονα όμως είναι ένα πρόβλημα στην αντιμετώπιση του οποίου θα δοκιμαστούν, στην πράξη και όχι θεωρητικά και τα νέα κόμματα. Σε ένα τέτοιο θέμα θα φανεί αν το νέο αξίζει τον κόπο. Αν, δηλαδή, πραγματικά είναι σε θέση ένα νέο κόμμα μπορεί να σπάσει την αδράνεια και να αλλάξει την Ελλάδα.
Β. Οι πραγματικοί χαμένοι της κρίσης
Ποιοι είναι οι χαμένοι της κρίσης; Αυτοί που φωνάζουν δυνατότερα; Οι πιο αξιοθρήνητοι; Αυτοί που βγαίνουν περισσότερο στα τηλεπαράθυρα;
Όταν μια κρίση έχει διαρκέσει τόσο όσο η δική μας, οι πραγματικά χαμένοι για τους οποίους ελάχιστα μιλάνε είναι αυτοί που πιάστηκαν στην μέση: η ενδιάμεση γενιά. Αυτοί είναι τα πραγματικά θύματα των καθυστερήσεων και των αναβολών.
Αυτοί που μεγάλωσαν σε ένα σύστημα και τώρα καλούνται να ζήσουν την ζωή τους σε ένα άλλο. Αυτοί που πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις των κομμάτων ότι το Κράτος τα είχε όλα υπό έλεγχο, που δεν πήραν τα μέτρα τους όταν θα μπορούσαν να το είχαν κάνει, αλλά τώρα πια διαπιστώνουν ότι ο χρόνος που τους έμεινε δεν αρκεί. Αυτοί είναι που βρίσκονται μεταξύ δύο κόσμων και δύο προτύπων. Αφού αποσυρθούν τα φώτα της δημοσιότητας, θα διαπιστώνουν όλο και περισσότερο, ότι δεν τους προστατεύει κανένα σύστημα – ούτε το παλιό ούτε το νέο.
Τέτοιοι υπάρχουν πολλοί:
Είναι οι σημερινοί σαραντάρηδες των οποίων τα δικαιώματα συντάξεων έχουν ριζικά μειωθεί, αλλά δεν επαρκεί ο χρόνος να αποταμιεύσουν αυτά που χρειάζεται για να έχουν μια ικανοποιητική ποιότητα ζωής στα 70 τους.
Είναι όλοι και όλες που προσπαθούσαν να μπούν στην αγορά εργασίας όλα τα χρόνια που η ανεργία χτυπούσε κόκκινο (τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια της κρίσης). Μετά την κρίση θα είναι πολύ μεγάλοι για να επωφεληθούν από μέτρα για την ανεργία των νέων. Αλλά και πολύ μικροί για να έχουν προφτάσει να τακτοποιήσουν τη ζωή τους πριν την κρίση.
Εχουν περάσει οκτώ χρόνια – ένα τρίτο της γενιάς – με συνεχείς μειώσεις στην απασχόληση. Τα άτομα αυτά θα φέρουν σε όλη τους τη ζωή τα τραύματα και τις ουλές της προβληματικής τους εισόδου στην αγορά εργασίας.
Νέα ζευγάρια και γυναίκες που ανέβαλαν την δημιουργία οικογένειας στην διάρκεια της κρίσης ενδεχομένως να βρούν ότι, όταν κάπως βελτιώνονται τα οικονομικά τους, οι επιλογές τους έχουν ριζικά περιοριστεί.
Τα παραδείγματα δεν εξαντλούνται σε αυτές τις ομάδες. Σε κάθε μεταρρύθμιση και μεγάλη αλλαγή που έγινε, αυτοί που πραγματικά θα χάσουν, είναι αυτοί που πιστέψανε στις μεταβατικές ρυθμίσεις που φτιάχτηκαν να μοιάζουν γενναιόδωρες για να διευκολύνουν την αρχική τους αποδοχή, αλλά περικόπτονται στη πράξη μόλις φύγουν από τα πρωτοσέλιδα..
Τα προβλήματα αυτών των ανθρώπων είναι δύσκολα. Πρέπει να οριστούν εξ αρχής, να εντοπιστούν, να εξευρεθούν λύσεις, να υπάρχει συναίνεση στο ποιος πρέπει να στηρίζει ποιον και με ποιον τρόπο.
Εγώ που σας μιλάω, παρότι ειδικός σε μερικά θέματα, ίσως γνωρίζω αρκετά για να ψάξω να βρω πού βρίσκεται το πρόβλημα, αλλά δεν είμαι έτοιμος να προτείνω μια λύση. Πολύ δε περισσότερο να επιχειρηματολογήσω για την ιεράρχηση και το επείγον της επίλυσης του ενός προβλήματος πριν ή μετά από το άλλο. Ως ειδικός, όσο και να διακρίνω ότι το πρόβλημα είναι αγωνιώδες, η εισήγησή μου δεν μπορεί παρά να είναι προς την κατεύθυνση της σεμνότητας: Δουλειά, αναζήτηση, συνομιλία. Να ακούσουμε, να σκεφτούμε, να πειστούμε, να πείσουμε.
Γ. Κόμματα, προβλήματα και λύσεις
Τα παλιά κόμματα δεν έχουν τέτοιες αναστολές. Ολους αυτούς τους χαμένους τους προσεγγίζουν ήδη και τους υπόσχονται ‘αποκατάσταση αδικιών’ – δηλαδή ότι θα γυρίσουν τα ρολόγια πίσω και μάλιστα ειδικά για τον καθένα. Τους το ψιθυρίζουν στο αυτί προκειμένου να μην καταλάβουν ότι και άλλοι ακούν τα ίδια. Από τη μια τα Κόμματα επενδύουν έτσι στον πραγματικό πόνο των ανθρώπων. Από την άλλη προετοιμάζουν την επιστροφή της χώρας στην χρεοκοπία και την ακύρωση όλων των θυσιών ημών των υπολοίπων.
Το ζήτημα αυτό το ανέφερα γιατί δεν είναι τεχνοκρατικό – δεν υπάρχουν στα ράφια έτοιμες λύσεις και γοητευτικά prêt a porter. Για να λυθεί πρέπει να υπάρξει συνομιλία και συνδιαλλαγή αμφίδρομη: από την κοινωνία στο κόμμα και από το κόμμα στην κοινωνία. Πρέπει να υπάρχει ένα κόμμα που δεν αρκείται σε γοητευτικές τηλε-περσόνες και ευφυή επιχειρήματα, αλλά που να μπορεί να φτάσει και να συνομιλήσει για πραγματικά προβλήματα. Να σταθμίσει προτεραιότητες και να αντιτάσσει λογικά επιχειρήματα – ακόμη και σε έντονα συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις.
Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που ακούει και συνειδητοποιεί το πρόβλημα, αλλά αντιστέκεται στον πειρασμό να μετουσιώνει τις κραυγές σε ρουσφέτια. Που έχει κερδίσει μια αξιοπιστία που να αντιτάσσει στο ατομικό πρόβλημα την προοπτική επίλυσης βάσει γενικών και απρόσωπων κανόνων.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα νέου τύπου κόμμα. Που βέβαια, βλέπει, ακούει, αλλά και που σκέφτεται και συνομιλεί. Που εντοπίζει ένα πρόβλημα και τους ανθρώπους που το ζούν, τους μιλάει ειλικρινά και αναζητεί μαζί τους λύση. Μακρυά από πρωτοσέλιδα και κορώνες και εύκολες επικοινωνιακές συνταγές.
Το Ποτάμι, νομίζω, άρχισε σωστά. Αξίζει να το βοηθήσουμε να συνεχίσει.

 

Περιβαλλον/ενέργεια/ανάπτυξη

Ένας μεγάλος στόχος περιβαλλοντικής πολιτικής: Κλιματική αλλαγή

του Κίμωνα Χατζημπίρου

DSCN4955Αύριο έχουμε φθινοπωρινή ισημερία, ίση διάρκεια ημέρας και νύχτας. Είναι περίπου βέβαιο ότι σε 100 χρόνια οι απόγονοί μας θα παρατηρούν το ίδιο φαινόμενο την ίδια ημερομηνία
Δυστυχώς, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι σε 100 χρόνια θα υπάρχει στην Αθήνα το ίδιο ευχάριστο κλίμα με σήμερα. Αντίθετα τώρα ξέρουμε, το θεωρούν σχεδόν βέβαιο περισσότεροι από το 90% των ειδικών επιστημόνων του πλανήτη, ότι τις επόμενες δεκαετίες θα έχουμε κλιματική αλλαγή και ότι αυτή θα είναι ανθρωπογενής
Η κλιματική αλλαγή δεν είναι το μόνο περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά σήμερα είναι το μεγαλύτερο. Επιπλέον, συνδέεται με τα περισσότερα από τα περιβαλλοντικά ζητήματα, π.χ. με την παραγωγή και εξοικονόμηση ενέργειας, τα δάση, τις χωματερές, τη δόμηση και τους ανοικτούς χώρους στις πόλεις
Ο μεγάλος στόχος είναι να πάψει η περιβαλλοντική πολιτική να διέπεται από αρνητισμό προς τις ανθρώπινες δραστηριότητες, να διαφυλάξει το περιβάλλον χρησιμοποιώντας τη βέλτιστη τεχνολογία. Η κλιματική αλλαγή είναι κατ’ εξοχήν τομέας όπου η περιβαλλοντική προστασία χρειάζεται περισσότερη αλλά και καλύτερη οικονομική ανάπτυξη
Το κλίμα δεν αλλάζει πολύ και αποτελεί ένα σταθερό πλαίσιο ποιότητας ζωής και οικονομικής δραστηριότητας των ανθρώπων
Για την Ελλάδα το κλίμα είναι ευαίσθητος φυσικός πόρος, με μεγάλη αξία για την οικονομία και την ποιότητα ζωής
Μια έστω και μικρή αλλαγή του κλιματικών συνθηκών στις διάφορες περιοχές της χώρας τις επόμενες δεκαετίες θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες, στον τουρισμό και όχι μόνο
Ας φανταστούμε πόσο αρνητική θα ήταν για τη ζωή μας και την οικονομία η μόνιμη κατάκλυση των παραλιών μας από θάλασσα υψηλότερη κατά 50 cm ή μια μεταβολή του καθεστώτος των μελτεμιών που θα υποβάθμιζε καθοριστικά τη ζωή στο Αιγαίο
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση η κλιματική αλλαγή είναι ζήτημα υψηλής προτεραιότητας, με πολλές δυνατότητες χρηματοδότησης για μελέτες και έργα αντιμετώπισης
Η χώρα μας έχει υποχρέωση να λάβει τα μέτρα πρόληψης που της αναλογούν ως μέλος της Ε.Ε. Παράλληλα, έχει συμφέρον να ενισχύσει το διεθνή αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής, ώστε να προστατευθεί από τις μελλοντικές καταστροφικές απειλές
Πρωταρχικό μέτρο πρόληψης της κλιματικής αλλαγής είναι η μετάβαση κατά τις επόμενες δεκαετίες σε μια σύγχρονη ανταγωνιστική οικονομία με ΑΠΕ, κυρίως αιολικά πάρκα, χερσαία, παράκτια και υπεράκτια, με τεχνολογίες εξοικονόμησης, με ανακύκλωση αποβλήτων, με ηλεκτροκίνηση των μεταφορών, με παραγωγή και εξαγωγή ηλεκτρισμού χωρίς εκπομπές ανθρακούχων αερίων
Στην Ελλάδα, η διασύνδεση των νησιών και ιδίως η κατασκευή κοινού ηλεκτρικού δικτύου με την Ευρωπαϊκή Ένωση εξυπηρετεί αυτή τη μετάβαση, διασφαλίζοντας παράλληλα την άρρηκτη ενότητα με την Ευρώπη, αλλά και την εθνική ακεραιότητα
Οι πολιτικές ηγεσίες ας περάσουν από την άγονη ρητορεία σε κατάλληλη τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων, όταν περιορίζεται στον τίτλο ενός υπουργείου: «Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής» είναι ανεπαρκής και παραπλανητική.

Έξυπνη ανάπτυξη

της Ελένης Παρασκευοπούλου

DSCN5014Τα παρακάτω χαρακτηριστικά του σύγχρονου κόσμου επιβάλλουν ένα Πράσινο New Deal
Ως τα μέσα του αιώνα υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός της γης θα είναι 9000000000
Δισεκατομμύρια άνθρωποι από την απόλυτη ένδεια θα περάσουν σε ένα σύγχρονο τρόπο ζωής: Άνετα διαμερίσματα, οικιακές συσκευές, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, κινητικότητα σε πλανητική κλίμακα, επαγγελματική φροντίδα υγείας και ανερχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης.
Θα υπάρξουν αυξημένες ανάγκες σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια, νερό, μεταφορές, εκπαίδευση και υπηρεσίες όλων των ειδών
Με την ανάπτυξη των πόλεων, θα συμβεί μια άνευ προηγουμένου έκρηξη των οικοδομικών κατασκευών, που θα συνοδευτεί από τη δημιουργία νέων εργοστασίων, σχολείων, νοσοκομείων, οδών κυκλοφορίας και αεροδρομίων.
Η Ευρώπη, η Β. Αμερική και η Ιαπωνία δεν είναι οι μόνες στην προώθηση της ανάπτυξης μέσω της καινοτομίας. Η Κίνα αλλά και άλλες αναδυόμενες οικονομίες στοχεύουν στην ανάπτυξη που βασίζεται στη γνώση
Η ταχύτητα με την οποία έρχονται στον κόσμο νέες διαδικασίες και νέα προϊόντα, θα συνεχίσει να επιταχύνει. Εκπαίδευση, επιστήμη και έρευνα γίνονται ζωτικής σημασίας παραγωγικές δυνάμεις.
Το Ευρωπαϊκό Πράσινο New Deal
Πιστεύουμε ότι η Ευρώπη διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό και τη βιομηχανική τεχνογνωσία για να έχει πρωτοποριακό ρόλο στην επόμενη φάση της βιομηχανικής επανάστασης.
Σύμφωνα με το Ralf Fücks,  πρόεδρο του ΔΣ του Ιδρύματος Heinrich Böll, η ιδέα του Ευρωπαϊκού Πράσινου New Deal στοχεύει σε:
Μεγάλες επενδύσεις:
στην εκπαίδευση και την επιστήμη,
στην ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας,
στον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρομικών μεταφορών,
στην ηλεκτροκινούμενη αυτοκίνηση και στην ενεργητική ανανέωση των πόλεών μας για να δώσουν ώθηση σε ένα μακράς διάρκειας κύμα βιώσιμης ανάπτυξης.
Πιστεύουμε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το σύγχρονο μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων και την καταστροφή του περιβάλλοντος και να περάσουμε σε ένα μοντέλο αεροφόρου ανάπτυξης. Από τη ληστρική εκμετάλλευση της φύσης στην ανάπτυξη μαζί με τη φύση. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια νέα βιομηχανική επανάσταση, που οδηγεί στην αποσύνδεση της δημιουργίας οικονομικής αξίας από την κατανάλωση των φυσικών πόρων. Αυτό απαιτεί τρεις βασικές λειτουργίες:
Μια συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας των φυσικών πόρων,
την υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και
τη μετάβαση από τις γραμμικές διαδικασίες παραγωγής σε οικονομία κυκλικών διαδικασιών, στην οποία όλα τα υπολείμματα είναι σημείο εκκίνησης νέων αλυσίδων παραγωγής αξίας.
Σας καλούμε να αλλάξουμε στάση απέναντι στα περιβαλλοντικά προβλήματα: να σταματήσουμε να τα βλέπουμε κυρίως ως απειλή και να αρχίσουμε να τα σκεφτόμαστε πολύ περισσότερο ως τον οδηγό για τη νέα βιώσιμη ανάπτυξη. Ευημερία και περιβαλλοντική προστασία πάνε μαζί: από τη μία οι νέες μεγάλες αναπτυξιακές ευκαιρίες και δυνατότητες σχετίζονται και συνδυάζονται με την περιβαλλοντική προστασία, από την άλλη χωρίς περιβαλλοντική προστασία καμία μορφή ανάπτυξης δεν έχει μέλλον.

Σημειώσεις για το αστικό περιβάλλον

της Μελίττας Γκουρτσογιάννη

DSCN4987Περισσότερο από το μισό του πληθυσμού της Γης ζει πλέον σε πόλεις. Στην Ελλάδα τελευταία έχει γίνει της μόδας να κατηγορούμε τη ζωή στις πόλεις και κυρίως στην Αθήνα. Ωστόσο εδώ είναι συγκεντρωμένο το 1/3 του πληθυσμού. Οι άνθρωποι συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να έρχονται στις πόλεις όχι μόνο για εργασία, αλλά γιατί η πόλη είναι ο τόπος εκπλήρωσης των επιθυμιών, ο τόπος της πολλαπλότητας: πολλαπλότητας ευκαιριών, επαφών, διαδραστικότητας με τους άλλους ανθρώπους. Η «φύση»του ανθρωπίνου είδους είναι κατεξοχήν η κοινωνική του φύση, και οι πόλεις, έχουν ιστορικά συνδεθεί με τις ίδιες τις έννοιες του πολίτη και της δημοκρατίας, καθώς και με την πολιτιστική και οικονομική ακτινοβολία μιας χώρας.
Το πώς ζουμε στις πόλεις μας, το πόσο λειτουργικές και ελκυστικές είναι για κατοικία, εργασία, περιήγηση και επενδύσεις, με άλλα λόγια σε τί αστικό περιβάλλον ζούμε δεν είναι ζήτημα μόνο τεχνικό, είναι εξόχως πολιτικό.
Η ομαλή λειτουργία της πόλης, άρρηκτα δεμένη με την ποιότητα της ζωής των κατοίκων συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική συνοχή και είναι προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία όλων, χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς.
Η πόλη είναι ένα οικοσύστημα, αλλά με λειτουργίες διαφορετικές από αυτές που διέπουν τα φυσικά οικοσυστήματα. Το καθαρό νερό, ο καθαρός αέρας, ο διαχωρισμός των σκουπιδιών, οι χώροι πρασίνου, η περιφρούρηση των περιαστικών δασών, ο σεβασμός του αναγλύφου του εδάφους, όλα αυτά είναι στοιχεία απαραίτητα για τη βιωσιμότητα πόλης, αλλά δεν είναι αρκετά. Είναι απαραίτητος ο αστικός σχεδιασμός με κριτήρια αστικής οικολογίας.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΠΟΛΗΣ:

ΟΧΙ στην αστική διάχυση, ΝΑΙ στην Συμπαγή Πόλη. Δηλαδή ανάσχεση της ατέρμονης και άναρχης οικιστικής επέκτασης, που σπαταλά έναν φυσικό πόρο εν ανεπαρκεία, το φυσικό έδαφος, και αυξάνει τα μεταφορικά κόστη. Η κάλυψη των οικιστικών πιέσεων να γίνεται κατά κύριο λόγο μέσα στον υφιστάμενο αστικό ιστό και όχι με διαδοχικούς κύκλους νομιμοποίησης της αυθαίρετης δόμησης και διαρκούς ένταξης στο σχέδιο των εκτός σχεδίου. Η παγκόσμια αυτή ελληνική πατέντα, η εκτός σχεδίου δόμηση πρέπει να καταργηθεί, και η επέκταση των οικισμών να γίνεται με τα θεσμοθετημένα επιστημονικά κριτήρια και όχι από την πίσω πόρτα με πελατειακά κριτήρια. Το νέο Ρυθμιστικό σχέδιο Αθήνας, ενώ διατυπώνει σωστούς γενικούς στρατηγικούς στόχους (συμπαγής πόλη, προστασία περιβάλλοντος, βιώσιμη κινητικότητα, επαναφορά των κατοίκων στο κέντρο κλπ.κλπ.) ωστόσο μιλάει για “περιορισμό της εκτός σχεδίου δόμησης”- δεν αποτολμά την κατάργησή της. Συμπαγής πόλη σημαίνει επομένως αύξηση της πυκνότητας. Η αντίληψη ότι ο χαμηλός συντελεστής δόμησης δίνει πιο ανθρώπινες πόλεις -ιδίως για κεντρικές περιοχές- είναι λάθος.

Επανάχρηση της γης, που είναι βασικό στοιχείο της συμπαγούς πόλης: Αστικός ιστός χωρίς τρύπες, ανάπλαση και επανάχρηση εγκαταλελειμμένων και υποβαθμι-σμένων αστικών εκτάσεων. Η οικοδόμηση αποκλειστικά σε γη ήδη πολεοδομημένη προστατεύει τις πράσινες εκτάσεις και αποτρέπει την οικιστική διάχυση.

Βιώσιμος αστικός σχεδιασμός = αναβάθμιση του δημοσίου χώρου.
Η πλειψηφία των κατοίκων στις πόλεις μας, ιδίως στην Αθήνα, αδιαφορεί για το δημόσιο χώρο. Σαν να έχουμε εθιστεί στο θέαμα ρημαγμένων κτιρίων, βανδαλισμέ- νων μνημείων και μιας απέραντης μουντζούρας στους τοίχους. Ωστόσο ο δημόσιος χώρος είναι που εξασφαλίζει τόπο για τη συλλογική ζωή και την αίσθηση ταυτότητας των κατοίκων με την πόλη τους. Βιώσιμο αστικό περιβάλλον σημαίνει πρώτα πρώτα πολυλειτουργικότητα, μικτές χρήσεις γής, που εξασφαλίζουν την ζωντάνια του δημόσιου χώρου. Ο μονολειτουργικός διαχωρισμός χρήσεων γης (zoning), ένας κακώς εννοούμενος και ξεπερασμένος ορθολογισμός, δημιούργησε συνοικίες/υπνωτήρια και ανασφαλή αστικά κέντρα.
Πέρα από αυτή τη γενική αρχή, είναι αυτονόητη η διαφύλαξη και αναβάθμιση των ελεύθερων χώρων και του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στον αστικό ιστό, η ενθάρ-ρυνση της αρχιτεκτονικής καινοτομίας, ο σεβασμός στην αρχιτεκτονική κληρονομιά, η απομάκρυνση από το κέντρο οχλουσών δραστηριοτήτων (όπως είναι το γήπεδο του Παναθηναϊκού – γιατί ελπίζω πάντα στην υλοποίηση της Διπλής Ανάπλασης, που ταυτόχρονα θα είναι win-win και για τους Αμπελόκηπους και για το Βοτανικό).

Δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου περιβαλλοντική αντιπαλότητα μεταξύ δομημένων και ελευθέρων χώρων, αλλά αλληλοσυμπλήρωση. Κατά περίπτωση, ένα λαμπρό αρχιτεκτονικό έργο μπορεί να αναβαθμίζει το αστικό περιβάλλον περισσότερο από ένα πάρκο ή και αντιστρόφως. Οι διαμαρτυρίες κατά της “τσιμεντοποίησης” είναι συχνά προσχηματικές, για να μην γίνει τίποτα πουθενά. Η ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί χάρις στον σωστό αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, που εξασφαλίζεται με τον καταξιωμένο θεσμό του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, με ουσιαστικές μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και μέσω δημοκρατικής δημόσιας διαβούλευσης με όλους τους ενδιαφερομένους και όχι μόνο με επιχειρηματικά ή κομματικά λόμπυ.
Ευτυχώς χάρις στις πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα και στα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ε.Ε έχουμε μπροστά μας πολύ ενδιαφέροντα και ελπιδοφόρα project: Την ανάπλαση της Πανεπιστημίου, το πολιτιστικό συγκρότημα του Ρέντζο Πιάνο στο Φάληρο, το μουσείο μοντέρνας τέχνης (Φιξ), για να αναφέρω μόνο μερικά.

Δημιουργία ποικιλότητας, που είναι απόρροια των παραπάνω. Η «ανθρώπινη ποικιλότητα» προσφέρει σταθερότερους και ανθεκτικότερους κοινωνικούς ιστούς μέσα από την ανάμειξη και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων. Οι επάλληλες χρήσεις γης και η αποθάρρυνση των γκέτο αναμειγνύουν ανθρώπους διαφορετικών προελεύσεων και μεταμορφώνουν τα άτομα σε πολίτες.

Βιώσιμη κινητικότητα, που σημαίνει ότι οι δημόσιες συγκοινωνίες (κυρίως σταθερής τροχιάς), η πεζή κίνηση και η ποδηλασία θα είναι τα πιο ευχάριστα και πιο αποδοτικά μέσα μεταφο μεταφοράς. Υπό αυτό το πρίσμα είναι πολύ καλό νέο η χάραξη της γραμμής 4 του μετρό που θα καλύψει πυκνοκατοικημένες κεντρικές γειτονιές όπως, Νεάπολη, Γκύζη, Κυψέλη. Επίσης ένα από τα θετικά στοιχεία της ανάπλασης της Πανεπιστημίου είναι η επέκταση του τραμ. Ακόμη αναγγέλθηκε αυτές τις μέρες ότι ξεκινά το δίκτυο ποδηλατοδρόμων και περιμένουμε και τα κοινόχρηστα ποδήλατα. Όσο για τα Ι.Χ., βιώσιμη κινητικότητα σημαίνει πάνω απ’ όλα περιφερειακές και παρακαμπτήριες αρτηρίες, ώστε να αποφεύγεται η διερχόμενη κυκλοφορία από το κέντρο, αλλά και ελεγχόμενη παρόδια στάθμευση (γιατί δεν νοείται η δωρεάν ιδιωτική χρήση ενός δημοσίου χώρου, του δρόμου) και πιλοτικά εναλλακτικά μέτρα όπως το car sharing και το car pooling. Και φυσικά ενθάρρυνση της πεζής κίνησης με συγκεκεριμένα μέτρα για τη διευκόλυνση του πεζού, που είναι βιολογικό είδος σε κίνδυνο: απαλλαγή πεζοδρομίων και πεζοδρόμων από αυτοκίνητα, εμπορεύματα και τραπεζάκια έξω ΝΑΙ αλλά με μέτρο.

Γενικό συμπέρασμα: Η ίδια η έννοια του αστικού περιβάλλοντος έχει ακόμα να κάνει δρόμο μέχρι να καθιερωθεί: Είναι χαρακτηριστικό ότι στο νέο Ρυθμιστικό της Αθήνας, όπου αναφέρεται ο όρος “περιβάλλον” εννοείται μόνο το φυσικό περιβάλλον και όχι το αστικό, λάθος που κάνουν και πολλοί οικολόγοι.

 

Κλιματική πολιτική και ενεργειακή στροφή προς μια κοινωνία μηδενικού άνθρακα

του Κωνσταντίνου Κατώπη

Θέλουμε μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία για το κλίμα και την ενέργεια βασισμένη σε νομικά δεσμευτικούς στόχους και σε κυρώσεις σε περίπτωση αποκλίσεων από αυτούς. Μια τέτοια νομοθεσία θα δημιουργήσει κίνητρα για τον οικονομικό μετασχηματισμό προς τη βιωσιμότητα.
Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει το μερίδιο που της αναλογεί και στη διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα στο Παρίσι το 2015 (COP 21), μαζί με τα κράτη μέλη, να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο για να επιτευχθεί μια δεσμευτική παγκόσμια συμφωνία για το κλίμα.
Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ χρειάζεται να έχει ήδη προχωρήσει στην αύξηση του υφιστάμενου και ξεπερασμένου στόχου μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για το 2020 από 20% σε 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, και τον καθορισμό ενός στόχου για την περαιτέρω μείωση αυτών των εκπομπών κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030, προκειμένου να επιτευχθεί μια κοινωνία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα το 2050.
Το σύστημα εμπορίας των εκπομπών της ΕΕ (ETS) χρειάζεται να αναμορφωθεί ριζικά, ώστε να καταστεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο.
Απαιτείται επίσης μια συνεκτική πολιτική για την ενέργεια, με βάση την εξοικονόμηση, την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ως εκ τούτου, η θέσπιση εθνικών δεσμευτικών στόχων 2030 για την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας. Η κατανάλωση ενέργειας θα πρέπει να μειωθεί κατά 40% μέσα στα επόμενα 15 χρόνια και ταυτόχρονα οι ΑΠΕ, εκτός από τα αγροκαύσιμα, πρέπει να ενισχυθούν ώστε να φτάσουν να καλύπτουν το 45% της ενεργειακής μας κατανάλωσης έως το 2030. Αυτό είναι απαραίτητο για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη κάτω από 2°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, ταυτόχρονα όμως είναι και συμφέρον σε καθαρά οικονομικούς όρους, καθώς θα τονώσει την οικονομική δραστηριότητα, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα μειώσει την εξάρτηση από Ευρώπης από τις δαπανηρές και ανασφαλείς εισαγωγές καυσίμων.
Στην Ελλάδα η κυβέρνηση αλλά και τα κοινοβουλευτικά κόμματα απέχουν πολύ από την κατανόηση των παραπάνω αναγκαιότητα, πόσο μάλλον από την υιοθέτηση αντίστοιχων προτεραιότητες. Ειδικά ο κ. Μανιάτης και το ΥΠΕΚΑ δίνουν ρεσιτάλ διγλωσσίας. Ανάλογα με το εκάστοτε ακροατήριο μπορεί να εμφανίζεται ως υπέρμαχος των ΑΠΕ και της εξοικονόμηση ενέργειας στην πράξη όμως, τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη, προωθεί την αύξηση της ήδη μεγάλης σύνδεσης με τα ορυκτά καύσιμα. Η εξόρυξη υδρογονανθράκων είναι η νέα Μεγάλη Ιδέα που θα μας φέρει πίσω στην παλιά μας ευμάρεια. Ενισχύει το ρόλο του λιγνίτη ως «εθνικό καύσιμο» με την επιμονή στη νέα τεράστια και απιδεδειγμένα ασύμφορη επένδυση της Πτολεμαΐδας 5, αλλά και τη δέσμευση του όποιου ιδιώτη επενδυτή αποκτήσει τη «μικρή ΔΕΗ» να προχωρήσει μια ακόμα νέα λιγνιτική μονάδα, τη Μελίττη 2.
Το Ποτάμι και ιδιαίτερα ο Σταύρος Θεοδωράκης γνωρίζει πολύ καλά τα προβλήματα και τα αδιέξοδα του λιγνίτη. Ο οικολογικός χώρος και σίγουρα όχι μόνο αυτός περιμένει με μεγάλο ενδιαφέρον το νέο κόμμα να τοποθετηθεί ξεκάθαρα στα ζητήματα ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής.

Δημόσια διοίκηση

Διακυβέρνηση και δημόσια διοίκηση: Μια μεταρρυθμιστική ατζέντα

του Παναγιώτη ΚαρκατσούληDSCN4930

Διοικητική παθολογία και διοικητική μεταρρύθμιση
Τα προβλήματα του ελληνικού διοικητικού συστήματος αναφέρονται πολλαπλώς από πλείστους όσους. Οι περισσότερες από τις αναγνώσεις αυτές εκφράζουν υποκειμενικές απόψεις, ενίοτε δε, παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ιδεολογημάτων.
Οι περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται μια ανάλυση των προβλημάτων βάσει μιας συγκεκριμένης μεθόδου και ποσοτικών/ποιοτικών δεδομένων που να συμβαδίζουν με τα κριτήρια και τις παραδοχές της διεθνούς διοικητικής επιστήμης και πρακτικής είναι λίγες. Ακόμη λιγώτερες είναι εκείνες οι περιπτώσεις όπου τέτοιες εργασίες/ μελέτες τίθενται εντός ευρυτέρου θεωρητικού ή κοινωνικού πλαισίου.
Η ανάλυση που ακολουθεί, στηρίζεται στη μοναδική «λειτουργική αξιολόγηση» της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, η οποία δεξήχθη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011. Τόσο ο σχεδιασμός της όσο και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτή καθώς και η αξιολόγηση των ευρημάτων αποτελούν προϊόν εργασίας Ελλήνων και ξένων ειδικών οι οποίοι συνεργάσθηκαν υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ.
Τρεις ήταν οι μείζονες υποθέσεις εργασίας της λειτουργικής αξιολόγησης:
Α) Δεν μελετάμε την αιτιοκρατική σχέση «αιτίου-αιτιατού» αλλά τη συστημική διασύνδεση των στοιχείων του διοικητικού συστήματος αναζητώντας το κοινό τους νόημα.
Β) Η ελληνική παραμόρφωση συνιστά απόκλιση από το γραφειοκρατικό μοντέλο και απ’ ότι επιγενομένως έχει υιοθετηθεί από τη διοικητική επιστήμη (Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ/Θεωρία Χρηστής Διακυβέρνησης) και οφείλεται στην επιβίωση και επικράτηση του συστήματος των «πελατειακών σχέσεων». Τούτο διαφοροποιείται στον πυρήνα της αφηρημένης δυτικής θεσμικής σκέψης και δεν αναγνωρίζει υπέρτερη αξία από εκείνη της δοσοληψίας κράτους/πελάτη.
Γ) Οι υπόγειες, ατυπικές μορφές δράσης λειτουργούν περισσότερο ως δικλείδες ασφαλείας αποτρέποντας την ολοκληρωτική κατάρρευση του τυπικού οικοδομήματος και πολύ λιγώτερο ως εδραιωμένες πεποιθήσεις που λειτουργούν συγκροτημένα για να εμποδίσουν τη μεταρρύθμιση του διοικητικού συστήματος.
Τα ευρήματα της λειτουργικής αξιολόγησης
1. ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΠΟΛΥΝΟΜΙΑ
1. 1. Η περιγραφή του προβλήματοςdiagramma1
Η λειτουργική αξιολόγηση επεσήμανε ως μείζον πρόβλημα του ελληνικού ρυθμιστικού συστήματος την πολυνομία: Οι εκατοντάδες χιλιάδες συνωθούμενες ρυθμίσεις δεν οδηγούν απλώς σε απώλεια χρόνου των συναλλασόμενων αλλά σε οριακή κατάσταση την απονομή της δικαιοσύνης, τη λειτουργία των θεσμών και, εν τέλει, την ίδια την οικονομία.

Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα τα οποία διαφοροποιούν σημαντικά την ελληνική περίπτωση από άλλες συναφείς ευρωπαϊκές. Η διασπορά, για παράδειγμα, των ρυθμίσεων, είναι μοναδική, όπως επίσης και η έλλειψη μηχανισμών συστηματοποίησης και αποκάθαρσης της νομοθετικής ύλης. Είναι εντυπωσιακό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης επμένει σε μια ιδιαιτέρως «σφιχτή» εννοιολόγηση της «διακριτικής ευχέρειας» τροφοδωτώντας, ουσιαστικά, εκείνο το οποίο η πολιτική μιας αντιπληθωριστικής νομοθέτησης θέλει να ανασχέσει: Την λεπτομερή, πλήρως και επαρκώς τεκμηριωμένη βάση για την έκδοση μιας ρύθμισης. Ρυθμιστικά πλαίσια και κανονιστικές αποφάσεις που δεν ερείδονται επί μιας τελείως συγκεκριμένης νομικής βάσεως (εξουσιοδοτήσεως) καταλήγουν να απορρίπτονται εν ονόματι μιας αφηρημένης/παρεξηγημένης περιφρούρησης του κράτους δικαίου, οδηγώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την εκ των ένδον κατάλυσή του.

diagramma2Επίσης, ιδιαιτερότητες ελληνικές που επιβαρύνουν σημαντικά το κράτος δικαίου, είναι εκείνες που αναφέρονται στους νόμους «με άλλες διατάξεις»1 καθώς επίσης και ο τρόπος ενσωμάτωσης των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων ο οποίος επιτρέπει την παρείσφρυση σχετικών εθνικών διατάξεων δημιουργώντας σημαντικό πρόβλημα ασφάλειας δικαίου («επιχρύσωση»/ «goldplating»).
Η μη αντιμετώπιση χρονίων παθολογιών στη νομοθετική παραγωγή οδήγησε σ’ ένα σταδιακό «νομοθετικό μιθριδατισμό»: Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης έναντι της οριακά νόμιμης νομοθέτησης μέσω «Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου» που συνοδεύουν τη θεσμοθέτηση δράσεων του Μνημονίου είναι, κατά την εκτίμησή μας, ισχνές.
1.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η μόνη πρόσφατη αξιόλογη προσπάθεια για την ανάσχεση της πολυνομίας και της κακονομίας ήταν η ψήφιση του νόμου 4048/2012 για την «καλή νομοθέτηση». Δυστυχώς, ο νόμος αυτός παραμένει ανενεργός, και προσφάτως, σημαντικές διατάξεις του αναθεωρήθηκαν. Ένα δοκιμασμένο μέσο για την ανάσχεση της πολυνομίας, η κωδικοποίηση, έχει ελάχιστα αξιοποιηθεί. Οι υφιστάμενες κωδικοποιήσεις δεν μπορούν να ισοσταθμίσουν την βλάβη που προκαλεί στο κράτος δικαίου η πολυνομία και η κακονομία.
Επί σειρά δεκαετιών, δεν λαμβάνει χώρα καμία μεταρρύθμιση που να θεραπεύει το έλλειμμα εφαρμογής των ρυθμίσεων. H εφαρμογή των νόμων θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει τμήμα της πολιτικής καλής νομοθέτησης, αφού ο ex post έλεγχος εφαρμογής τους θα μας έδινε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις εστίες της ανομίας.
Ας σημειωθεί ότι η πολιτική αβελτηρία όσον αφορά την ένταση των ελέγχων και την εφαρμογή των νόμων είναι άμεσα συνδεδεμένη με κοινωνικές αντιλήψεις και ενθυλακώσεις ιδιωτικών συμφερόντων στο πολιτικό σύστημα και τον κρατικό μηχανισμό. Άρα, η αντιμετώπση του προβλήματος της διαφθοράς (η οποία, σημειωτέον, παρουσιάζεται από πολλούς ως αυτόνομο πρόβλημα) απαιτεί συνδυασμό πολλών παράλληλων μεταρρυθμίσεων σε διαφορετικά πεδία- από τις δημόσιες συμβάσεις μέχρι την τοπική αυτοδιοίκηση.
1.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Πολλές υπηρσεσίες κωδικοποιούν με δικά τους μέσα και για εσωτερική τους χρήση τις διατάξεις που τις αφορούν. Τα δίκτυα συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών καθώς και μεταξύ αυτών και των δικαστών που μετέχουν σε νομοτεχνικά όργανα επιτρέπουν την αποφυγή επαναλήψεων, επικαλύψεων ή λαθών. Τα ελληνικά δικαστήρια υπερβάλλουν εαυτόν στην λήψη αποφάσεων παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα, μια εξαιρετικά υψηλή στάθμη ανθρώπινου δυναμικού (δικαστών) και ποιότητας αποφάσεων.
2. ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ
2.1. Η περιγραφή του προβλήματος
Οι χιλιάδες λεπτομερείς αρμοδιότητες των ελληνικών Υπουργείων και τα προβλήματα που δημιουργούνται απ΄ αυτές, αναφέρονται, συχνά, ανεκτοδολογικώς. Αποκτούμε, ωστόσο, για πρώτη φορά μια τεκμηριωμένη εικόνα γι’ αυτά μέσω της λειτουργικής αξιολόγησης. Η εικόνα που προκύπτει είναι κυκεωνική: Χιλιάδες αρμοδιότητες, ατάκτως ερριμένες, δημιουργούν έναν ετερόκλητο καμβά/ μάλλον κουρελού/ που οδηγεί την ήδη παραπαίουσα δημόσια διοίκηση στους λαβυρίνθους της γραφειοκρατίας, σε «σιλό», σε νομικιστικά κελύφη που επιτρέπουν την περιχαράκωσή της, σε βάρος της αποτελεσματικότητας, της χρηστής διοίκησης και της οικονομικότηταςgZ1A6u
Όπως προκύπτει από το προηγούμενο διάγραμμα, το ελληνικό κεντρικό κράτος εξακολουθεί να διοικεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό αρμοδιότητες υποστηρικτικού χαρακτήρα, ενώ θα έπρεπε να διοικεί αρμοδιότητες αμιγώς επιτελικού χαρακτήρα. Ακόμη, όμως, και οι επιτελικές του αρμοδιότητες παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά και εμβάλλουν σε σκέψεις περί της εφαρμογής τους.
Η παράδοση του νομικισμού και του φορμαλισμού σε συνδυασμό με τις συντεχνιακές πιέσεις και τα πελατεικά δίκτυα οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση. Χειρότερο, όμως, απ’ αυτό, είναι το γεγονός ότι εδραιώθηκε μια αντίληψη σ’ όλα τα επίπεδα διοίκησης, ότι προκειμένου να είναι κάποιος αποδοτικός θα πρέπει να του παραχωρηθούν «κι άλλες αρμοδιότητες». Θα μπορούσε να συνιστά μια παραδοξότητα το γεγονός ότι οι χιλιάδες αρμοδιότητες εξισώνονται με μηδενικές αρμοδιότητες και η, εν τοις πράγμασι, υποκατάστασή τους από άτυπες πρακτικές οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη πραγματικότητα, όπου κάθε έννοια έλλογης διοικητικής δράσης παρέλκει.
Εκείνο, όμως, το σημείο το οποίο δεν πρέπει να μείνει ασχολίαστο είναι το ότι παρά τις χιλιάδες αρμοδιότητες, ελάχιστες απ’ αυτές οδηγούν σε πρακτικά αποτελέσματα. Ενώ, δηλαδή, θα περίμενε κανείς ότι με τόσες αρμοδιότητες ο κρατικός μηχανισμός θα είχε να επιδείξει αντίστοιχα αποτελέσματα- καλής η κακής ποιότητας, αδιάφορο- τούτο, ωστόσο, δεν συνέβη. Η ελληνική δημόσια διοίκηση χρησιμοποιεί τις αρμοδιότητες ως μια εσωτερική προϋπόθεση δικαιολόγησης της ύπαρξής της. «Είμαι αρμόδιος» σημαίνει μπορώ να χειριστώ το αντίστοιχο θέμα, όχι όμως να αποφασίσω και να πράξω. Η αρμοδιότητα ένα πρακτικό αποτέλεσμα έχει για τον γραφειοκράτη: Να εισηγηθεί σε κάποιον άλλο να πάρει απόφαση. Το ποιος θα εφαρμόσει την απόφαση είναι μια άλλη υπόθεση, η οποία δεν αφορά τις αρμοδιότητες οι οποίες είναι κανονιστικά προσδιορισμένες. Θεωρητικώς, όμως, η δημόσια διοίκηση είναι εκτελεστικός βραχίονας του κράτους, δηλαδή, υλοποιεί πολιτικές και δεν εισηγείται σε άλλους να το κάνουν.
Ένα εύρημα της λειτουργικής αξιολόγησης που επιβεβαιώνει τις προηγούμενες διαπιστώσεις είναι το παρακάτω: Η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι παραγωγός σημειωμάτων και υπομνημάτων προς την πολιτική της ηγεσία να αποφασίσει, αλλά ελάχιστα υλοποιεί από όσα εισηγείται.diagramma4-300x207

Η καταγραφή και ο έλεγχος των εκροών της κεντρικής δημόσιας διοίκησης έγινε μέσω της αξιολόγησης των απαντήσεων που δόθηκαν σε ερωτηματολόγιο που συντάχθηκε ειδικά για τον σκοπό αυτόν, διανεμήθηκε και συμπληρώθηκε από τους Γενικούς Διευθυντές των Υπουργείων οι οποίοι έχουν επιτελικές αρμοδιότητες σε περισσότερο από το 50% του συνόλου των αρμοδιοτήτων τους. Σημειωτέον, ότι η συμπλήρωση του εν λόγω ερωτηματολογίου απεδείχθη το δυσκολώτερο εγχείρημα της λειτουργικής αξιολόγησης. Ο λόγος, γι’ αυτό, ήταν η απροθυμία των Γενικών Διευθυντών στην συμμετοχή τους για την διερεύνηση τόσο του διοικητικού έργου όσο και του ρόλου τους σ’ αυτό.
Η σύνοψη των απαντήσεων τους είναι, εν πάση περιπτώσει, η ακόλουθη:
Το γενικό σύνολο των εκροών, ανά έτος, παραμένει ουσιαστικά, αμετάβλητο (271.478 το 2009 έναντι 287.493 το 2010). Εξ αυτών, το σύνολο των κανονιστικών εκροών στις οποίες συμπεριλαμβάνεται ο αριθμός των εγκυκλίων, σχεδίων αποφάσεων, διαταγμάτων και νόμων που έχουν εκδοθεί, ακολουθεί αυξητική πορεία και καταλαμβάνει την μερίδα του λεόντος: Από 47.628 το 2009 ανέρχεται στις 51.552 το 2010, ενώ, αντίθετα, ο αριθμός των επιχειρησιακών εκροών είτε βαίνει μειούμενος (π.χ. ο αριθμός εκθέσεων αξιολόγησης αποτελεσμάτων μειώνεται οριακά από 2.489 σε 2.212) είτε παραμένει σταθερά πολύ χαμηλότερος των κανονιστικών (10.308 το 2009 και 11.438 το 2010).Η απόλυτη πλειοψηφία των εναπομεινάντων είναι υπηρεσιακά σημειώματα, ενημερωτικού χαρακτήρα τα περισσότερα.
2.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η σύνδεση των αρμοδιοτήτων με συγκεκριμένα αποτελέσματα (αντίθετα προς τον ισχύοντα Ν.3032/04 που αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των υπηρεσιών να θέτουν στόχους (sic) και να αξιολογούν τα αποτελέσματα των δράσεών τους).
Η αντικατάσταση των χιλιάδων λεπτομερειακών, αποσπασματικών και επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων από ευρύτερες κατηγορίες, τα «πεδία πολιτικής», μέσω των οποίων επιτυγχάνεται ο περιορισμός της διασποράς και ο συντονισμός των επιπέδων διοίκησης που ασκούν τις συναφείς αρμοδιότητες.
Η ανασυγκρότηση των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων, η εκκαθάρισή τους και η μεταφορά τους στα οικεία επίπεδα διοίκησης αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα. Όπως εμφαίνεται στο προηγούμενο διάγραμμα, μόνον οι μισές από τις υφιστάμενες αρμοδιότητες είναι επιτελικές. Οι υποστηρικτικές που αποτελούν ένα μεγάλο ποσοστό αυτών θα μπορούσαν να εκχωρηθούν στον ιδιωτικό τομέα- μια πρακτική που έχει εφαρμοστεί σε πολλές άλλες διοικήσεις με θετικά αποτελέσματα αποσυμφόρησης του δημόσιου τομέα και παράλληλης ενδυνάμωσης της απασχόλησης. Επίσης, οι 1000 αρμοδιότητες, αμιγώς εκτελεστικού χαρακτήρα μαζί με τις αρμοδιότητες επικοινωνίας, θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην αυτοδιοίκηση, προκειμένου να ολοκληρώσουν την ημιτελή μεταφορά αρμοδιοτήτων του «Καλλικράτη». Αλλά, δυστυχώς, ούτε αυτό έγινε.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις ελεγκτικές αρμοδιότητες. Χιλιάδες αρμοδιότητες, χαρακτηρισμένες ως ελεγκτικές, έχουν σωρευθεί τις προηγούμενες δεκαετίες από τις κυβερνήσεις που ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι το «τέρας της διαφθοράς» είναι υπό έλεγχο. Τα τελευταία 20 χρόνια κάθε Υπουργός, αρμόδιος για την δημόσια διοίκηση, θεωρούσε υποχρέωσή του να προσθέτει την δική του τροποποίηση στο μωσαϊκό των ρυθμίσεων που ορίζουν τους ελέγχους. Θεωρητικώς, με περισσότερες από 1500 ελεγκτικές αρμοδιότητες και δεκάδες σώματα ελέγχου θα έπρεπε η ελληνική δημόσια διοίκηση να προσομοιάζει με την Νορβηγική. Αντ΄αυτού, με βάση τα στοιχεία των διεθών οργανισμών1, προσομοιάζει προς χώρες του τρίτου κόσμου και, πάντως, βρίσκεται μακράν και της τελευταίας ευρωπαϊκής.
Eπείγει η συγχώνευση των δομών ελέγχου της νομιμότητας της διοικητικής δράσης σε μία και η επανεξέταση της καταστροφικής πρακτικής της διάχυσης του ελέγχου (πειθαρχικού και νομιμότητας) σε κάθε Υπουργείο, νομικό πρόσωπο και φορέα. Η κατάτμηση οδήγησε στην απίσχνανση των ελέγχων και στη διάχυση της ευθύνης. Περαιτέρω, εξακολουθεί να παραμένει έργο-ναυαρχίδα για την ελληνική δημόσια διοίκηση η αντικατάσταση των δεκάδων χιλιάδων αρμοδιοτήτων με ευρύτερες ομαδοποιήσεις των πεδίων πολτικής.
2.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων αντισταθμίζουν, πολύ συχνά, την έλλειψη μιας θεσμικής επικοινωνίας μεταξύ των υπηρεσιών. Πολλές από τις συγχύσεις σχετικά με τις αρμοδιότητες επιλύονται ατύπως μετά από συνεννοήσεις μεταξύ των υπαλλήλων που προέρχονται από διαφορετικές υπηρεσίες και ad hoc πρακτικών για την επίλυση των προβλημάτων.
Στις περιπτώσεις όπου ενεργοποιούνται δίκτυα πολιτών που αναπτύσσουν μια δυναμική, εφευρίσκονται επίσης ad hοc λύσεις.
Το ίδιο (περιστασιακές λύσεις) ισχύει και στις περιπτώσεις όπου αναδεικνύονται τοπικοί ηγέτες (ΟΤΑ ή Περιφέρειες) οι οποίοι καταφέρνουν και αναπτύσσουν εξω-θεσμικές πρωτοβουλίες προκειμένου να καλύψουν κενά και παραλείψεις αρμοδιοτήτων. Συχνά είναι τα παραδείγματα από τον χώρο της υγείας ή της περιβαλλοντικής πολιτικής.
3. ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
3.1. Η περιγραφή του προβλήματος
Εξ ίσου μεγάλο πρόβλημα με την πολυνομία είναι η δαιδαλώδης και τεράστια γραφειοκρατία που οι δεκάδες χιλιάδες αρμοδιότητες και το γενικότερο ρυθμιστικό πλαίσιο δημιουργεί. Η είδηση ότι η ελληνική γραφειοκρατία απαιτεί για την διατήρησή της 14 δισεκατομμύρια ευρώ1 (υπό την έννοια των επιβαρύνσεων που προκαλεί στην οικονομία και την κοινωνία) φάνηκε να μην συγκινεί κανέναν ιδιαίτερα και, σίγουρα, κανένα πολιτικό κόμμα απ’ αυτά που κυβέρνησαν για τέσσερις δεκαετίες και έχουν μείζονα ευθύνη για τη νομοθετική και κανονιστική παραγωγή.
3.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η άμεση εφαρμογή υπηρεσιών μιας στάσης εντός των ΚΕΠ, πέρα και έξω από την ολοκλήρωση του ΓΕΜΗ, αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Για τον λόγο αυτόν, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τοπικές βάσεις δεδομένων και εφαρμογές που έχουν αναπτυχθεί περιφερειακώς είτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Η εξαιρετική προσπάθεια που ξεκίνησε με την ανάπτυξη μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό των διοικητικών βαρών, προσαρμοσμένης στην ελληνική πραγματικότητα1, θα πρέπει να συνεχιστεί.
Η ελληνική γραφειοκρατία δεν θα μειωθεί δραστικά, εάν δεν υπάρξουν προγράμματα εκτίμησης του ενδο-διοικητικού φόρτου. Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να συνδεθούν με τα προγράμματα απλούστευσης τα οποία δεν αποδίδουν.
Έχοντας ολοκληρώσει τέσσερα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (δύο εκ των οποίων περιελάμβαναν πολλές δράσεις για την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διοίκησης) η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν έχει παρά να επιδείξει διάσπαρτες απόπειρες τυποποίησης εγγράφων και διαδικασιών, οι οποίες, όμως, ουδεμία προτιθέμενη αξία έχουν και δεν ανατρέπουν το γεγονός της μεγαλύτερης γραφειοκρατiας στην ΕΕ.
3.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Πολύ συχνά οι υπηρεσίες προβαίνουν σε συστηματοποίηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών καθώς και των ενεργειών που πρέπει να ακολουθούν οι ενδιαφερόμενοι για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας.
Συχνά, επίσης, οι υπηρεσίες διαμεσολαβούν μεταξύ αυτών και των πολιτών είτε για ερμηνείες του ρυθμιστικού πλαισίου είτε και για την αναγκαιότητα προσκόμισης δικαιολογητικών. Εκείνο το οποίο αποτελεί συνηθέστατη πρακτική είναι οι διευκολύνσεις πρωτοκόλλου.
4. ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΔΟΜΕΣ
4.1. Περιγραφή του προβλήματος
Οι χιλιάδες αρμοδιότητες και οι ατελεύτητες διαδικασίες απαιτούν εξίσου πολλές και δαιδαλώδεις δομές για την άσκησή τους. Κατεγράφησαν μόνο στα 15 Υπουργεία 149 Γενικές Διευθύνσεις, 886 Διευθύνσεις και 3720 Τμήματα.
Περαιτέρω παρατηρείται, διαχρονικώς, μικρό εύρος εποπτείας και επικαλύψεις μεταξύ (τόσο οριζόντιων όσο και κάθετων) δομών.
Κατά συνέπεια, οι γραμμές εντολών μεταξύ των δομών που απoτυπώνονται στο ακόλουθο «σπαγγέτι», απεικονίζουν, γλαφυρά, την πραγματικότητα. Οι επικαλύψεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων πέραν της «φυσιολογικής» αναποτελεσματικότητας, ενίοτε, καταλήγει σε τραγικές συνέπειες (π.χ. πυρκαγιές, σεισμοί, κλπ).

diagramma5Σ’ έναν τέτοιο ανεξέλεγκτο διοικητικό πληθωρισμό δεν περιμένει κανείς μια ορθολογική πολιτική δομή. Αυτό, όμως, που συμβαίνει στην Ελλάδα εκφεύγει ακόμη και προδιαγραφών σοσιαλιστικού «απαράτ»: Χιλιάδες αμφιλεγόμενοι σύμβουλοι (μόνο για τις πολιτικές ηγεσίες των Υπουργείων υπολογίζονται σε….και τα μέλη των ΔΣ δημοσίων νομικών προσώπων που κατεγράφησαν, ανέρχονται σε που έρχονται και απέρχονται μαζί με τους πολιτικούς προϊσταμένους τους δημιουργούν ένα ενδιάμεσο στρώμα, μια ψευδο-δομή, η οποία έχοντας η ίδια την λογική της αυτο-συντήρησης, επιβαρύνει έτι περαιτέρω την δυσκίνητη γραφειοκρατία.
4.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Α) Ενώ η λειτουργική αξιολόγηση προέβλεπε την αντιμετώπιση του οργανωτικού πληθωρισμού μέσα από την ανα-οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων, την συνακόλουθη περιγραφή καθηκόντων και θέσεων και την προϋπολογιστική δαπάνη στη βάση δεικτών εκτίμησης του παραγόμενου έργου/αποτελέσματος, εκείνο το οποίο επιχειρήθηκε, αντ’ αυτών, ήταν μια άτακτη, ανερμάτιστη και επιπόλαιη περιστολή δομών με μονο κριτήριο την ονομαστική σύγκλιση των αρμοδιοτήτων. Το αποτέλεσμα αυτής της (μη) μεταρρύθμισης ήταν το ίδιο απογοητευτικό όπως και της ομόλογής της, εκείνης δηλαδή που αφορούσε την μείωση των δημοσίων νομικών προσώπων. Ο εντυπωσιασμός, αφ’ ενός, και η υπονόμευση του επιχειρησιακού προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση» μέσω της παραπομπής του στους ίδιους τους Υπουργούς και διοικητές των υπό κατάργηση οργανισμών, μας δίνει το σημερινό άθροισμα των (μη) προσπαθειών, που ισούται με μηδέν (0).
Β) Η ανασυγκρότηση των δομών απαιτεί την άμεση διάκριση των αρμοδιοτήτων σε επιτελικές, υποστηρικτικές, ελεγκτικές και παροχής υπηρεσιών. Τα Υπουργεία πρέπει να περιοριστούν στις επιτελικές, εκχωρώντας τις μεν υποστηρικτικές στον ιδιωτικό τομέα, τις δε εκτελεστικές στα άλλα επίπεδα διοίκησης.
Απαιτείται, επίσης, η δημιουργία συντονιστικών μηχανισμών είτε υπό την μορφή δομών («Μονάδες Συντονισμού») είτε λειτουργιών (δικτυακής μορφής). Οι Μονάδες αυτές θα εκπονούν «Σχέδια Δράσης», στα οποία θα εμφαίνονται οι ενέργειες εφαρμογής, ο ρυθμιστικός προγραμματισμός που αυτές απαιτούν και η συσχέτισή τους με τον προϋπολογισμό. Για το πρώτο διάστημα εφαρμογής των Σχεδίων Δράσης είναι απολύτως κρίσιμο να υπάρξει ευθυγράμμιση της μεθοδολογίας και των διοικητικών πρακτικών μεταξύ, τουλάχιστον, των Υπουργείων. Σ΄αυτό το διάστημα, η λειτουργία του Κεντρικού Συντονιστικού Οργάνου (της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού, εν προκειμένω) είναι απολύτως αναγκαία.
Τα Σχέδια Δράσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν βασικό μηχανισμό εξορθολογισμού του ελληνικού διοικητικού πράττειν και ανάσχεσης της πελατειακής πολιτικής. Είναι, ωστόσο, χαρακτηριστικό του βαθμού δυσκολίας του εγχειρήματος, ότι, παρά την πρόβλεψη (και) του πρόφατου νόμου 4109/2013, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα Υπουργεία εντέλλονται να εκπονήσουν Σχέδια Δράσης, βρισκόμαστε, ακόμη, στο μηδέν.
Η αναδιοργάνωση των δομών δεν περιέλαβε, πάντως, μέτρα για την περιστολή του υπερτροφικού πολιτικού τμήματος της διοικήσεως. Μέτρα θετικά προς την μείωσή τους θα ήταν η επιλογή Γενικού Γραμματέα από μη πολιτικά στελέχη, η κατάργηση όλων των μετακλητών υπαλλήλων/συμβούλων, η δραστική μείωση των υφυπουργών και αναπληρωτών Υπουργών και η εκ βάθρων επανεξέταση όλων των δημοσίων νομικών προσώπων με στόχο την δραστική μείωσή τους.
4.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι δομικές αγκυλώσεις και ανεπάρκειες, συχνά, παρακάμπτονται με παράπλευρες δράσεις συνεργασίας που αναπτύσσονται, κυρίως, ad hoc. Πέραν των διαπροσωπικών σχέσεων που επιτρέπουν την υπερφαλάγγιση των δομικών ατελειών, άτυπες ομάδες εργασίας, συχνά, εφευρίσκουν λύσεις οι οποίες θα ήταν αδύνατες με σεβασμό στις εσωτερικές είτε εξωτερικές ιεραρχίες και δομές. Βεβαίως, η ατυπικότητα, συχνά, οδηγεί στην πρόσθετη γραφειοκρατική επιβάρυνση των υπηρεσιών, αφού η ανασφάλεια περί του πρακτέου μπορεί να οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των «υπογραφών» και των (άχρηστων, εν τέλει) εγγυήσεων.
5. ΠΕΜΠΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΥΠΟΔΟΜΕΣ
5.1. Περιγραφή του προβλήματος
Η διασπορά, η μη διασύνδεση, τα «σιλό», δεν απαντώνται μόνο στις αρμοδιότητες και τις δομές αλλά εκτείνονται και στις υποδομές.
Η λειτουργική αξιολόγηση έδειξε ότι διαθέτουμε 263 μισθωμένα, 271 ιδιόκτητα και 70 παραχωρημένα κτίρια τα οποία, στην πλειονότητά τους, παραβιάζουν βασικές αρχές χωροταξίας, ασφάλειας και ποιότητας εργασίας. Εννοείται, ότι οι τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών δεν μπορούν να προσφέρουν πολλά με μια τέτοια κτιριακή υποδομή. Μπορούν, όμως, να διασφαλίσουν το εύκολο κέρδος στους μεταπράτες της τεχνολογίας, αφού ο εξοπλισμός των υπηρεσιών με «σιδερικά» φέρνει εύκολο και άκοπο κέρδος: 54.927 τερματικά, 2983 servers αλλά μόνο 332 ΟΠΣ/βάσεις δεδομένων κι ακόμα λιγότερα (13.343) υπηρεσιακά emails (ποσοστό 25%) συνθέτουν μια αμφίλογη εικόνα: Ενώ υπάρχει πληθώρα κτιρίων και ψηφιακών υποδομών, παρουσιάζεται έλλειμμα χωροταξικού ορθολογισμού και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
Η εικόνα είναι κατανοητή, εάν την τοποθετήσει κανείς σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο που στηρίζεται σε δύο κεντρικές επιδιώξεις, στον εύκολο πλουτισμό και την πολιτική ηγεμονία των πελατεικών δικτύων.
5.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Οι οραματισμοί του Δοξιάδη1 και του Κανδύλη για τη δημιουργία «κυβερνητικού πάρκου» δεν έχουν συναντήσει, μέχρι τώρα, τον υλοποιητή τους. Το «κτιριακό» του δημοσίου αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο των πρόσφατων «μεταρρυθμίσεων» ως μη ιεραρχημένη εγκατάλειψη κτιρίων και στοίβαγμα ανθρώπων και εξαρτημάτων (βλ. τις συνέπειες της πρόχειρης μεταστέγασης των εφοριών) με αποτέλεσμα την ραγδαία επιδείνωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Το «κτιριακό» είναι, βεβαίως, συνδεδεμένο άμεσα με το θέμα της χωροθέτησης των υπηρεσιών, μια από τις θεωρούμενες δύσκολες μεταρρυθμίσεις που παραπέμπονται διαρκώς στις καλένδες.
Θεωρούμε, ωστόσο, ότι επείγει η άμεση ανάληψη μιας μελέτης αναχωροθέτησης των δημοσίων υπηρεσιών, η οποία θα λάβει υπόψη της συναφείς εργασίες και προτάσεις.
Όσον αφορά τις ηλεκτρονικές υποδομές και εφαρμογές, 20 χρόνια μετά την δημιουργία της «Υπηρεσίας Ανάπτυξης Πληροφορικής» και της «Κοινωνίας της Πληροφορίας ΑΕ», βρισκόμαστε χωρίς στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της Πληροφορικής, με πληθώρα έργων/κουφάρια, με ακριβοπληρωμένα έργα που συντηρούνται μετά βίας αλλά και με μια αναβαθμισμένη συνείδηση ότι πολλά από τα προβλήματά μας μπορούν να επιλυθούν με την χρήση της τεχνολογίας. Η Πληροφορική εξακολουθεί, ωστόσο, να αντιμετωπίζεται με εργαλειακό τρόπο, το σχετικά επαρκές ρυθμιστικο πλαίσιο παραμένει αναξιοποίητο και οι εφαρμογές έχουν διάσπαρτο χαρακτήρα χωρίς προστιθέμενη αξία στη διοικητική μεταρρύθμιση.
Εξακολουθεί να υπάρχει αδυναμία σύνδεσης με τις υπόλοιπες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που ανακοινώνονται η δρομολογούνται σε διάφορα πεδία πολιτικής.
5.3. Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι δημόσιες υπηρεσίες λύνουν πολλά από τα προβλήματα που οφείλονται στην έλλειψη συγκροτημένης πολιτικής για την εφαρμογή της Πληροφορικής στο δημόσιο. Σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσουν εφαρμογές «εκ των ενόντων» προκειμένου να υποστηρίξουν την δουλειά τους και να μπορέσουν να ανταποκριθούν σε πιεστικές ανάγκες. Η μη διαλειτουργικότητα των συστημάτων ξεπερνιέται, ενίοτε, με την δημιουργία ad hoc διεπαφών. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού απαιτεί, επίσης, συχνά, υπερ- προσπάθεια από τους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους για την υποστήριξη του όλου κύκλου πληροφοριακής υποστήριξης (από την συντήρηση των μηχανημάτων μέχρι την ανάπτυξη λογισμικού).
6. ΕΚΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ
6.1. Περιγραφή του προβλήματος
Οι εκατοντάδες χιλιάδες υπάλληλοι με τις πολυποίκιλες σχέσεις εργασίας με το δημόσιο είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του διάσπαρτου και χαοτικού δημόσιου τομέα.
Είναι γνωστό ότι αποτέλεσε στρατηγική επιλογή όλων των κυβερνήσεων από την δεκαετία του ’80 και μετά, η συστηματική αποικιοποίηση του δημοσίου με πάσης φύσεως ανθρώπους, εκ των οποίων ελάχιστοι πληρούσαν τις προϋποθέσεις του δημοσίου λειτουργού. Το προσωπικό του δημόσιου τομέα, το οποίο, κατά τη δεκαετία του ’80, διπλασιάσθηκε σε σχέση με τον, επί προηγούμενης τριακονταετίας (1950-1980), πληθυσμό (περί τις 230.000), επανα-διπλασιάσθηκε κατά την επόμενη εικοσαετία.
Ως αποτέλεσμα αυτών των πληθωριστικών πιέσεων, ο πληθυσμός του δημοσίου άγγιξε τις 800.000 (συμπεριλαμβανόμενου και του δυναμικού των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου).

Screen-Shot-2014-09-20-at-1.00.22-PMΕξ αυτών, ένα μεγάλο ποσοστό (39%) εξακολουθεί να είναι προσωπικό δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ενώ εξακαλουθεί να υφίσταται ένα σημαντικό ποσοστό (12%) υπαλλήλων «άνευ κατηγορίας εκπαίδευσης». Οι υπάλληλοι πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης ανέρχονται σε ποσοστό 47% επί του συνόλου.
Οι επιπτώσεις της διαχείρισης του δημόσιου τομέα ως αποθήκης ανθρώπων είναι δραματικές: Σήμερα, στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των τεχνολογιών, η ελληνική δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να στελεχώνεται στο πιο νευραλγικό της κομμάτι, στα Υπουργεία, κατά το ήμισυ από υπαλλήλους που έχουν τελειώσει το Γυμνάσιο ή και το Δημοτικό. Είναι προφανές ότι οι ανάγκες του πελατειακού συστήματος και οι ανάγκες του κράτους διαφοροποιούνται….
Η αποτύπωση της επίδρασης του πελατειακού συστήματος επί της διοικήσεως αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι οι καταγεγραμμένοι κλάδοι στους οποίους είναι τοποθετημένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, ανέρχονται σε 1447! Το γεγονός αυτό δημιουργεί φαινόμενα «σιλό» και περιχαράκωσης μεταξύ του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και θα αποτελέσει σοβαρό ανασχετικό εμπόδιο στην υιοθέτηση ενός lege artis συστήματος περιγραφής θέσεων και καθηκόντων το οποίο θα έρθει να αντικαταστήσει το ισχύον σύστημα.
Τελευταίο αλλά όχι έσχατης σημασίας εύρημα: Ο γηράσκων πληθυσμός. Εάν δεν ληφθούν γενναίες αποφάσεις για την ανανέωση του προσωπικού της δημόσιας διοικησης, τότε, ακόμη κι αν οι μετρρυθμίσεις ενστερνίζονταν ασμένως από την πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, μάλλον δεν θα ήταν ορατές οι συνέπειές τους – και τούτο, ένεκα βιολογικών λόγων!Screen-Shot-2014-09-20-at-1.04.03-PM

6.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Η γενικευμένη πολιτική λιτότητας είχε δραματικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό της δημόσιας διοίκησης. Άξια στελέχη ωθήθηκαν στην έξοδο, έμπειρα στελέχη απώλεσαν κάθε κίνητρο περαιτέρω προσπάθειας και περιορίστηκαν στην απαραίτητη διεκπεραίωση των τρεχουσών υποθέσεων και οι νέοι αποθαρρύνθηκαν πλήρως σε σχέση με την προοπτική καριέρας στο δημόσιο. Μεταρρυθμίσεις ημιτελείς, όπως η αξιολόγηση «κόλλησαν» ήδη στην πρώτη τους εφαρμογή κι εγκαταλείφθηκαν, ενώ άλλες απολύτως χρήσιμες, όπως τα περιγράμματα θέσεων, ούτε καν ξεκίνησαν. Στη θέση τους ανακοινώθηκαν σταυροφορίες ηθικής με σκοπό την πάταξη της διαφθοράς καθώς και τιμωρητικές πολιτικές, όπως οι πρόσφατες, με πρόσχημα τους επίορκους δημοσίους υπαλλήλους (το πλαίσιο δράσης των οποίων δημιούργησαν και διασφάλισαν οι σημερινοί πολέμιοί τους).
Οι ακολουθούμενες τιμωρητικές και τυφλές ως προς τα αποτελέσματά τους πολιτικές διέρρηξαν, οριστικά, τις σχέσεις εμπιστοσύνης του διοικητικού με το πολιτικό σύστημα.
Η ανάταξη του ανθρώπινου δυναμικού προϋποθέτει, τώρα πλέον, την δημιουργία ενός οράματος για τους δημοσίους υπαλλήλους που να αντικατοπτρίζει τις κακοποιημένες αρχές και αξίες της ελληνικής δημοσιοϋπαλληλίας (φιλοπατρία, αφοσίωση στο καθήκον και αλληλεγγύη στο κοινωνικό σύνολο). Τούτο θα πρέπει να συνδυαστεί με τη δρομολόγση μεγάλων οριζόντιων μεταρρυθμίσεων με σκοπό την διασφάλιση του επαγγελματισμού των δημοσίων υπαλλήλων (αξιολόγηση, περιγράμματα θέσεων) όσο και με τη δημιουργία κλίματος άμιλλας (μέσω ανάδειξης καλών πρακτικών) σε διαφορετικά επίπεδα διοίκησης και δημόσιων πολιτικών.
Θεωρούμε απολύτως επιβεβλημένο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε σε όλους εκείνους οι οποίοι εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί ή αρνητικοί για την διαθεσιμότητα και την ικανότητα των Ελλήνων δημοσίων λειτουργών και θρηνολογούν προβάλλοντας, κατ’ουσίαν, τα δικά τους ελλείμματα, ότι η λειτουργική αξιολόγηση δίνει την πιο τεκμηριωμένη απάντηση περί του αντιθέτου: Οι δημόσιοι υπάλληλοι υποστηρίζουν σθεναρά τις μεταρρυθμίσεις και πιστεύουν ότι, μόνον αυτές, μπορούν να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του δημόσιου τομέα. Σημειωτέον, ότι η στάση τους αυτή που καταγράφεται ευκρινώς (βλ. επόμενο διάγραμμα) δεν αποτυπώνεται στα προγράμματα (και ιδίως, στην πρακτική) των πολιτικών κομμάτων.

Screen-Shot-2014-09-20-at-1.06.31-PMΣτην ίδια έρευνα, οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι αυτο-περιγράφονται ως εργατικοί, φιλότιμοι, παραμένουν συχνά εκτός ωραρίου για να τελειώσουν τη δουλειά τους (62%) παρακολουθούν τα τεκταινόμενα (42%) και έχουν διάθεση προσφοράς. Το ότι οι Έλληνες είμαστε οι πιο εργατικοί από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους έχει εκτιμηθεί από τελείως ανεξάρτητες προς τους δημοσίους υπαλλήλους πηγές1.
Εκείνο το εύρημα το οποίο, όμως, αξιολογείται ως κομβικής σημασίας είναι η κρίση εμπιστοσύνης μετάξύ των πολιτικών προϊσταμένων και των ίδιων των υπαλλήλων. Μάλιστα, η έλλειψη εμπιστοσύνης και η παρέμβαση των πολιτικών στο διοικητικό γίγνεσθαι θεωρούνται ως πρώτης τάξεως προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι θεωρούν ότι υπάρχει έλλειμμα αξιοκρατίας, οφειλόμενο, κατά βάση, στους πολιτικούς θεωρούν την κατάσταση αναστρέψιμη στον βαθμό που το πολιτικό σύστημα τους εμπιστευτεί και τους διασφαλίσει περιθώρια έκφρασης και δράσης.
6.3 Τι γίνεται ήδη ατύπως;
Οι διεργασίες συνεννόησης, αλληλεγύης και συνεργασίας για την επίτευξη αποτελεσμάτων (τα οποία, άλλως, δεν θα μπορούσαν να επέλθουν) αναφέρθηκαν, ήδη, προηγουμένως. Οι άνθρωποι της διοικήσεως υπερκαλύπτουν κενά και αδυναμίες οργάνωσης και λειτουργίας, επιστρατεύοντας γνώση, ευαισθησία και εκτίμηση τόσο για τους πολίτες όσο και για τους επιχειρηματίες (ακόμη κι όταν αυτοί καθόλου δεν εκτιμούν τον «υπάλληλο»). Παρά τις αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά του δημοσίου τομέα, η σύμπνοια και η συστράτευση οδηγούν στη δημιουργία μιας νέας διοικητικής αλληλεγγύης.
7. ΕΒΔΟΜΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
7.1. Περιγραφή του προβλήματος
Ένα διοικητικό σύστημα με τα προηγούμενα χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί παρά μόνον μέσα από έναν προϋπολογισμό ο οποίος θα παρουσιάζει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με τα υπόλοιπα τμήματά του: Μεγάλη διασπορά κωδικών, μη σύνδεσή τους με συγκεκριμένα αποτελέσματα (αφού, κι αυτά με τη σειρά τους είναι αδύνατον να υπολογιστούν λόγω της μεγάλης διασποράς των δομών και των πολύμορφων σχέσεων εργασίας που δεν επιτρέπουν ομαδοποιήσεις ούτε συγκρίσεις), αδυναμία εποπτικού ρόλου του Υπουργείου Οικονομικών. Οι οικονομικές υπηρεσίες των Υπουργείων-πολλώ δε μάλλον των νομικών προσώπων και των αποκεντρωμένων οντοτήτων- υπολειτουργούν η λειτουργούν με εντελώς πεπαλαιωμένο τρόπο χωρίς σύγχρονα πρότυπα λογιστικής διαχείρισης.
Η πολιτική των απολύσεων και του εξαναγκασμού σε αποχωρήσεις επεδείνωσε έτι περαιτέρω την ήδη διαμφισβητούμενη ικανότητα των οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών να ανταποκριθουν ακόμη και στα τρέχοντα. Έτσι, σήμερα, η έκδοση της μισθοδοσίας θεωρείται, πλέον, επίτευγμα!
7.2. Τι (δεν) έγινε και τι πρέπει να γίνει;
Παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν από τα μέσα του 2010 και μετά, για την εφαρμογή ενός οιονεί «προϋπολογισμού προγραμμάτων», ο ισχύων προϋπολογισμός, ενώ παρεκκλίνει από τον γνωστό τυφλό δρόμο της μη πρόβλεψης επιδιωκόμενων στόχων, της μη συσχέτισης των δαπανών με τις εκροές των δημοσίων οργανώσεων και, εν τέλει, των ανεξέλεγκτων ελλειμμάτων, απέχει πόρρω από το να συγκροτήσει υπόδειγμα ενός νέου, αναπτυξιακού προϋπολογισμού. Αν και, δηλαδή, υπό την τεχνική έποψή του, ο ισχύων προϋπολογισμός είναι ο πρώτος που κινείται (χωρίς εξαιρέσεις) σε μια λογική αποτελέσματος, τόσο ό τρόπος όσο, και κυρίως, η μη συνδρομή των δημιουργικών τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας στην κατάρτιση και –ιδίως- στην εφαρμογή του, τον έχουν οδηγήσει σε ανυποληψία.
Επιπλέον, η επικράτηση της πολιτικής της λιτότητας εις βάρος ενός αναπτυξιακού σχεδιασμού, οδήγησε στη μονόπλευρη προσπάθεια ελέγχου των δημοσίων δαπανών μέσω οριζόντιας μείωσης της μισθολογικής δαπάνης, καθώς και των κοινωνικών δαπανών – ακόμη και των κονδυλίων για επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, εξακολουθεί, ωστόσο, να μην εξετάζεται η σκοπιμότητα ύπαρξης (αναιτιολόγητων) δαπανών που περιλαμβάνονται στους προϋπολογισμούς των Υπουργείων. Κυρίως, όμως, δεν θεραπεύονται οι διαρθρωτικές και δομικές αδυναμίες του δημοσιονομικού συστήματος που προκαλούνται από την δομή και, την εν γένει, λειτουργία του κράτους, και οι οποίες αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία σπατάλης και αδιαφάνειας των δαπανών.
Ο στόχος για τη δημιουργία ενός σύγχρονου πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου, το οποίο θα στηρίζεται στις αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνον εάν η δημοσιονομική πειθαρχία συνδυαστεί με την μέγιστη απόδοση των δαπανών σε κάθε πεδίο πολιτικής.
Παρά τις προσπάθειες εξορθολογισμού που ήδη αναφέρθηκαν, εξακολουθεί να υπάρχει πολυμορφία των χρηματοδοτικών μέσων (απ’ ευθείας χρηματοδοτήσεις, μεταβιβαστικές πληρωμές, ενισχύσεις κλπ), χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες δικλείδες ελέγχου. Το παράδειγμα των μεταβιβαστικών πληρωμών και των επιχορηγήσεων είναι ενδεικτικό: Αφού η διοίκηση του προϋπολογισμού παραμένει συγκεντρωτική και δεν εφαρμόζονται οι αρχές της αποκέντρωσης, υπευθυνότητας και συνεκτικότητας, δεν υπάρχει λογοδοσία και ευθύνη (νομική, θεσμική και ουσιαστική) για τα αποκεντρωμένα όργανα διοίκησης όσον αφορά την κανονικότητα και την ορθότητα της εκτέλεσης των δαπανών.
Σε επίπεδο δομών διοίκησης και αρχών οικονομικής διαχείρισης, θα πρέπει οι οικονομικές υπηρεσίες να οργανωθούν ως σύγχρονα λογιστήρια, με τα απαιτούμενα πληροφοριακά συστήματα και το κατάλληλο στελεχιακό δυναμικό, ώστε το σύνολο των διαδικασιών (νομικών είτε διοικητικών) να διεκπεραιώνεται εκεί. Γενικότερα, θα πρέπει να υπάρξει εκσυγχρονισμός και αναβάθμιση του δημοσιονομικού συστήματος, όσον αφορά τη λογιστική αποτύπωση, τη δημοσιότητα και τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών με εισαγωγή κατάλληλων λογιστικών προτύπων και πληροφοριακών μέσων (π.χ. διπλογραφική λογιστική, λογιστική κόστους, νέος τρόπος αποτύπωσης προϋπολογισμού και λοιπών λογιστικών/ δημοσιονομικών καταστάσεων).
Ειδικότερα, στον τομέα του ελέγχου θα πρέπει να υπάρξει τυποποίηση και ενσωμάτωση μεθόδων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου (π.χ. ορκωτοί λογιστές, ελεγκτικό συνέδριο) στη βάση σύγχρονων ελεγκτικών μεθόδων (π.χ. δειγματοληπτικός έλεγχος βάσης κινδύνου) που θα εστιάζουν εκτός από τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών στην επίτευξη οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας (π.χ. με θέσπιση ειδικών χρηματοοικονομικών ή άλλων δεικτών για τον δημόσιο τομέα). Η ενσωμάτωση σχετικών προτύπων και μεθόδων από άλλα κράτη ή διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης (π.χ. Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών/ESA 95, διεθνή λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα/Public Sector Accounting Standards) θα βοηθούσε στη λογιστική αναβάθμιση όσο και στην ενότητα / συνεκτικότητα της δημοσιονομικής λειτουργίας και πληροφόρησης για το σύνολο του δημοσίου τομέα (κεντρική διοίκηση και ευρύτερος δημόσιος τομέας).
7.3. Τι (ήδη) γίνεται ατύπως;
Οι άτυπες συνεννοήσεις των υπηρεσιών με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είναι κανόνας, προκειμένου να αμβλυθνούν τα προβλήματα που προκαλούνται από την κυκεωνική νομοθεσία είτε από την έλλειψη διαθέσιμων μέσων και πόρων για την ταχεία διεκπεραίωση των σχετικών θεμάτων.
Επίσης η κατάρτιση των ειδικότερων προϋπολογισμών σε πολλές υπηρεσίες στηρίζεται σε άτυπες συνεννοήσεις μεταξύ των υπηρεσιακών μονάδων και των πολιτικών ηγεσιών τους.Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη διαβούλευση μεταξύ των ηγεσιών των Υπουργείων και του Υπουργείου Οικονομικών με στόχο την τελική διαμόρφωση των προϋπολογισμών τους.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Η λειτουργική αξιολόγηση έδειξε ότι όλα τα μέρη του διοικητικού συστήματος πάσχουν από τις ίδιες ασθένειες: Νομικός φορμαλισμός, απουσία μεθόδων και συστημάτων μάνατζμεντ, διασπορά δομών, ανθρώπων και κρίσιμων πόρων, έλλειμμα συντονισμού, ενδημική διαφθορά. Όλα αυτά προκαλούνται, συντηρούνται και αναπαράγονται χάρη στην ύπαρξη του πελατειακού πολιτικού συστήματος το οποίο απομειώνει κάθε θεσμική, οργανωτική η διοικητική αλλαγή στον κώδικα αυτο-αναφοράς του, δηλαδή, σε συναλλαγή και μη- συναλλαγή. Οι παθολογίες που αναφέρθηκαν, προηγουμένως, εξυπηρετούν πλήρως την αναπαραγωγή του πελατειακού συστήματος, συνιστούν δε, υπό μια ερμηνεία, την προϋπόθεση της ύπαρξής του.
Τούτο σημαίνει ότι η διαδικασία αλλαγών είναι περισσότερο περίπλοκη απ’ όσο περιγράφεται στην εύκολη ρητορεία περί πολιτικού βολονταρισμού («πολιτική βούληση»). Απαιτείται ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μια ενδελεχούς πολιτικής διοικητικής μεταρρύθμισης. Για να είναι η πολιτική αυτή επιτυχής, απαιτείται πέραν της τεχνικής της επάρκειας να απαντά σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και να στηρίζεται σε αξίες τις οποίες πρεσβεύει το κοινωνικό σώμα.
Σήμερα, επιτέλους, μετά από ολόκληρες δεκατίες, έχει αρχίσει και αποκτά νόημα και στην ελληνική δημόσια συζήτηση η αναζήτηση «στρατηγικής». Μόνον αυτή μπορεί να οργανώσει τον αγώνα για τη μεταρύθμιση δομών και λειτουργιών του κράτους μας. Χωρίς Στρατηγική δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αξιόπιστος προϋπολογισμός, ούτε πολιτική ανθρώπνου κεφαλαίου, ούτε ποιότητα υπηρεσιών. Χωρίς Στρατηγική πολλές από τις φιλότιμες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες ακυρώνονται από άλλες, αντίρροπες δράσεις που επισυμβαίνουν στα διάφορα τμήματα του διοικητικού συστήματος. Η Στρατηγική προϋποθέτει, με τη σειρά της, είτε ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις είτε Ηγεσία που μπορεί να παράσχει μ’ έναν (ακόμη και ανορθολογικό) τρόπο εκείνο που δεν μπορεί η οργανωμένη κοινωνία να κάνει.
Μια Στρατηγική για την ελληνική δημόσια διοίκηση δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην μοναδική/ιδιοτυπική ταυτότητά μας. Επιτάσσει και προϋποθέτει την αναγκαιότητα ενός καθολικού αναστοχασμού που θα προτάξει και θα ανανοηματοδοτήσει τις αξίες εκείνες του ελληνισμού, οι οποίες υποβαθμίσθηκαν, λοιδωρήθηκαν και, εν τέλει, μετασχηματίσθηκαν σε παράσιτο της ταυτότητάς μας. Η κατάργηση και παραμόρφωση της μιας πλευράς της ελληνικότητας, δηλαδή του πατριωτισμού, της αλληλεγγύης, της ανεκτικότητας, και του φιλότιμου, οδήγησε στην ανάδειξη της αγυρτίας, της απατεωνίας, του ξέφρενου ατομικισμού, στην ανάπτυξη των άτυπων/παράτυπων δικτύων, στην αποξένωση από την εργασία, και, εν τέλει, στον βαθύ διχασμό και την απώλεια προσανατολισμού μας.
Η άρση των κατασκευασμένων «διαχωριστικών γραμμών» μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων, πεποιθήσεων, στάσεων και αντιλήψεων στα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους, απαιτεί σισύφεια προσπάθεια στις σημερινές συνθήκες όξυνσης του αυταρχισμού και αβεβαιότητας που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι κλυδωνισμοί του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και του καταρρεόντος εθνικού πολιτικού συστήματος.
Όλα τα προηγούμενα μεταφράζονται σε επίδο πρακτικής πολιτικής στα ακόλουθα προτάγματα:
Ανάληψη μιας κοινής εθνικής προσπάθειας από εκείνους που πρεσβεύουν την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και μπορούν να τις εφαρμόσουν.
Υποκίνηση και ενεργοποίηση της κοινωνίας πολιτών, προεχόντως, και των κομματικών σχηματισμών, ακολούθως.
Αφύπνιση και εγρήγορση των υγιών δυνάμεων της δημοσιοϋπαλληλίας και του ιδιωτικού τομέα.
Στο εύλογο ερώτημα «μα, ποιος θα θέσει σε κίνηση όλους αυτούς;» η απάντηση είναι μονοσήμαντη: Οι διανοητές που θα τολμήσουν να εκτεθούν, τα διοιικητικά στελέχη που θα πάψουν να φοβούνται να χάσουν τα ράκη τους, οι πολιτικοί ελάσσονος βεληνεκούς που θα τολμήσουν να αντισταθούν στις κομματικές τους νομενκλατούρες, και ο ιδιωτικός τομέας που θα συνειδητοποιήσει ότι τα φληναφήματα που τον ήθελαν ανταγωνιστικό με τον δημόσιο είναι «bon pour l’ Orient» και ότι καμία από τις ισχυρές χώρες δεν τα έχει υιοθετήσει. Ακόμη και στη μήτρα του καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, ο ισχυρός ιδωτικός τομέας συμβαδίζει μ’ έναν πανίσχυρο δημόσιο.
Η αλλαγή θα προέλθει, εν τέλει, από την ίδια την κοινωνία μέσα από μια διαδικασία αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού της. Η ελληνική δημόσια διοίκηση θα καταφέρει να διεκδικήσει το μέλλον της από εκεί που αυτό ερχόταν πάντα: Από τον ίδιο τον λαό, χάριν και υπέρ του οποίου υφίσταται – εάν και όποτε αυτός το αποφασίσει.

Παιδεία

Ένα Νέο «Παράδειγμα»

του Νίκου Δήμου

nikos dimouΣημείωση:
Έγραψα αυτό το κείμενο και το δημοσίευσα στο Protagon.gr χωρίς να γνωρίζω το πρόγραμμα για το «Νέο Σχολείο» που είχε εκπονηθεί επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου. Μου το επεσήμαναν μερικοί σχολιαστές – και η ίδια η κ. Διαμαντοπούλου μου έγραψε σχετικά. Αντιγράφω από το email της:
«Το 2009 /10/11 κάναμε μια τεράστια προσπάθεια για την αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών σε Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, στο πνεύμα που αναφέρετε, καθώς και ένα τεράστιο πρόγραμμα επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών.
Παρά τις αναμενόμενες δυσκολίες το όλο σχέδιο με το όνομα “Νέο Σχολείο” ολοκληρώθηκε με την συνεργασία Φιλανδών ειδικών, εμπειρογνωμόνων του ΟΟΣΑ και της ΕΕ . Τη βασική ευθύνη είχαν 150 έλληνες εκπαιδευτικοί και παιδαγωγοί που επελέγησαν μετά από δημόσια προκήρυξη.
Το 2011-12 ξεκίνησε η πιλοτική εφαρμογή του με στόχο τη συνολική εφαρμογή και νέο σύστημα εισαγωγής το 2017.
Από κει και πέρα φαντάζεσθε τη συνέχεια …Ο επόμενος Υπουργός το άφησε να φυτοζωεί στα πιλοτικά και σήμερα είναι ως να μην υπάρχει (παρά τα αρκετά εκατομμύρια που δόθηκαν από το ΕΣΠΑ). Αυτό γιατί φυσικά πρέπει να γίνουν πολλές ανατροπές και να σπάσουν πολλά αυγά… μέχρι και τα τηγάνια!! Υπάρχει πολύ υλικό διαθέσιμο, εφ όσον σας ενδιαφέρει».

Άρα, λοιπόν, οι σκέψεις που διατύπωσα, και που φαίνονται θεωρητικές έχουν ήδη δρομολογηθεί ως συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Δεν έχουμε παρά να το ανασύρουμε από την λήθη.
Οι βασικές αρχές που είχα διατυπώσει τότε ήταν οι εξής:
Το πιο σημαντικό που χρειάζεται ο τόπος είναι ένας νέος τύπο ανθρώπου που θα διαμορφωθεί μέσα σε ένα Νέο «Παράδειγμα» (με την έννοια του paradigm – υπόδειγμα – του Thomas Kuhn) δηλαδή σε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς. Θα του δοθεί από μία νέα παιδεία. Τα χαρακτηριστικά της:
1. Έμφαση στην επιστημονική προσέγγιση της γνώσης μέσα από την διαγνωστική ανάλυση, την διαδικασία δοκιμής-λάθους, την ατομική εμπειρία. Αποχή από κάθε δογματική επιβολή ιδεών, απόψεων ή θεωριών – άρα: τέλος στην απομνημόνευση.
2. Εξάσκηση στις νέες μεθόδους απόκτησης περιεχομένου. Ατομική προσέγγιση στο Διαδίκτυο με διατύπωση κριτηρίων ελέγχου και διασταύρωσης πηγών. Εκπόνηση εργασιών μέσα από συλλογική συνεργασία με συμμαθητές και καθηγητές μέσω διαδικτύου.
3. Κάθαρση της διδασκαλίας από τους διαδεδομένους εθνικούς μύθους και προσήλωση στα γεγονότα. (Σταδιακή κατάργηση της «Δημόσιας Ιστορίας» προς όφελος της επιστημονικής).
4. Έμφαση στην θεωρία της επιστήμης και την πρακτική της τεχνολογίας και ως περιεχόμενο και ως γνωσιοθεωρητική προσέγγιση. (Μπας και κάποτε διδαχθεί και στην Ελλάδα ο Δαρβίνος!).
5. Διδασκαλία μίας ξένης γλώσσας σε βάθος, ως πρωτεύον μάθημα, από την πρώτη ως την τελευταία τάξη. Ο νέος Νεοέλληνας θα είναι (τουλάχιστον) δίγλωσσος.
6. Όσοι έχουν πραγματική κλίση στα ανθρωπιστικά ή τις τέχνες, να διαχωρίζονται τα τελευταία χρόνια και να εξειδικεύονται. Αλλά να μαθαίνουν ουσιαστικά πράγματα. Π. χ., τα Αρχαία σαν ζωντανή γλώσσα. Να τα γράφουν και να τα μιλάνε. Ή να παίζουν ζωντανή μουσική.
7. Και πάνω από όλα: έμφαση στην ατομική κριτική σκέψη. (Για να πάψουν τα τρία τέταρτα των Ελλήνων να πιστεύουν σε θεωρίες συνομωσίας).
Ένα τέτοιο σχολείο χρειάζεται και νέους καθηγητές. Ώσπου να μεγαλώσει η πρώτη γενεά των νέων Νεοελλήνων, ταχύρρυθμα σεμινάρια στους υπάρχοντες, μήπως και ξεκολλήσουν από τους αποστεωμένους τύπους της παιδαγωγικής μας και ανοίξουν το νου τους. Διότι το βασικό στοιχείο του Νέου Παραδείγματος θα είναι η ανοιχτή σκέψη που θα οδηγήσει σε μία ανοιχτή κοινωνία. Αλλαγή βέβαια όλων των σχολικών βιβλίων και σταδιακή κατάργησή τους. (Όλη η ύλη υπάρχει στο διαδίκτυο. Οι καθηγητές ας συνθέτουν από εκεί τα μαθήματα με βάση γενικές οδηγίες). Αντίθετα να δοθεί έμφαση στα εκτός σχολικής ύλης αναγνώσματα που εμπλουτίζουν την φαντασία και την ευαισθησία των μαθητών.
Φυσικά είναι περιττό να πω ότι θα χρειαστεί να πνεύσει νέος άνεμος τόσο στο τραγικά απολιθωμένο υπουργείο Παιδείας, όσο και στις αντίστοιχες σχολές των ΑΕΙ.
Η πρώτη ένδειξη για την επιτυχία του Νέου Παραδείγματος θα είναι η παρακμή και κατάρρευση των φροντιστηρίων. Τι να διδάξουν σε μαθητές που σκέπτονται; (Όσο υπάρχουν και θάλλουν φροντιστήρια, η Ελλάδα δεν θα δει προκοπή. Δεν είναι τυχαίο πως δεν υπάρχουν σε άλλη προηγμένη χώρα..).
Ονειρεύομαι; Αλλά ονειρεύομαι ορθολογικά. (Η λέξη κλειδί για κάθε ανανέωση στην Ελλάδα). Ξέρω πως ένα τέτοιο πρόγραμμα χρειάζεται χρόνο. Αλλά ο μόνος τρόπος να αλλάξεις την Ελλάδα είναι να αλλάξεις τους Έλληνες. Δεν υπάρχει σύντομη «βασιλική οδός» για την αλλαγή.

Πολιτισμος

Πολιτισμός και Πολιτική

του Άγγελου Δεληβορριά

DSCN4914Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Πολιτισμός είναι ισότιμος, αν όχι υπέρτερος κάθε άλλου τομέα δημόσιας ευθύνης, και ότι εμπίπτει κατά κύριο λόγο στις αρμοδιότητες της Πολιτείας. Δεν υπάρχει όμως επίσης αμφιβολία ότι έτσι εμπλέκεται στα γρανάζια της κρατικής μηχανής, με αποτέλεσμα να εξαρτάται άμεσα από την ελέγχουσα τη λειτουργία της πολιτική. Γι’ αυτό και ο Πολιτισμός μιας χώρας σαν την Ελλάδα, όπου ανθίζει σταθερά η φαιδρά πορτοκαλέα, θα ήταν αδιανόητο να μην έχει προ πολλού μαραθεί.
Ας μου συγχωρεθεί η κατηγορηματική διατύπωση μιας άποψης, την οποία εντούτοις δικαιολογούν όσα από τα στιγμιότυπα του πολιτισμικού μας παρελθόντος επιχειρήσω να συνοψίσω, θεωρώντας το πολιτισμικό μας παρόν αρκετά γνωστό. Με αφετηρία λοιπόν τα μεταπολεμικά χρόνια του περασμένου αιώνα, θα θυμίσω πρώτα την υποτυπώδη εκδοχή ενός Πολιτισμού, η πρόσληψη και η αντιμετώπιση του οποίου είχαν συνθλιβεί ανάμεσα στην εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα νεοελληνική Παιδεία και στα αδιαλείπτως με την πολιτική διαπλεκόμενα Θρησκεύματα. Οι ηλικιακά ωριμότεροι δεν θα έχουν λησμονήσει τον βίο και την πολιτεία ενός Υπουργείου, όπου το συρρικνωμένο νόημα του Πολιτισμού μάταια προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα στις γραφειοκρατικές αρμοδιότητες μιας υποβαθμισμένης Διεύθυνσης Γραμμάτων και Τεχνών.
Το περιεχόμενο της έννοιας του Πολιτισμού δεν άργησε να προβιβαστεί, γενικά και αόριστα όμως, αναβαθμισμένο κυρίως ως προς το σκέλος των Τεχνών. Κάτι που έγινε με τη μετάταξη των σχετικών υπηρεσιών στο Υπουργείο Προεδρίας και με την απαλλαγή τους από τις διαιωνιζόμενες δημοσιοϋπαλληλικές αγκυλώσεις του Υπουργείου Παιδείας. Έγινε ακόμα με τον νοηματικό περιορισμό της έννοιας του Πολιτισμού σε εκφάνσεις του Θεάτρου και της Μουσικής ειδικότερα, και με την εξασφάλιση ενός έκδηλου πρωθυπουργικού ενδιαφέροντος. Οφείλω πάντως να προσθέσω ότι το ανέλπιστο αυτό ενδιαφέρον είχε τότε καλύψει, εκτός από την Αρχαιολογία, τόσο τις Ανθρωπιστικές όσο και τις Φυσικές Επιστήμες. Γιατί δεν είναι τυχαία η σύσταση του Εθνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, η ίδρυση του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, του μόνου πνευματικού μας οργανισμού στο εξωτερικό, και η δημιουργία του ερευνητικού κέντρου «Δημόκριτος». Η υπαγωγή των αρμοδιοτήτων, όχι όμως και όλων των υποχρεώσεων του Πολιτισμού, στο Υπουργείο Προεδρίας πρέπει να σχετίζεται και με όσες επείγουσες ανάγκες εντυπώσεων συνόδευαν τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για έναν ευρωπαϊκού τύπου εκσυγχρονιστικό αναπροσανατολισμό. Μαζί βεβαίως με τον ενστικτώδη θαυμασμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή για την πνευματική καλλιέργεια, αλλά και μια πικρή γνώση της νεοελληνικής πραγματικότητας.
Ακολούθησαν οι περιπέτειες της δικτατορικής και μεταδικτατορικής περιόδου, εγγράφοντας στο ιστορικό του εν Ελλάδι Πολιτισμού τη σύσταση ενός ομότιτλου, πλασματικά ανεξάρτητου και αυτονομημένου Υπουργείου. Από τότε, ανενδοίαστα πλέον, άρχισε να αποκαλύπτεται η κραυγαλέα εννοιολογική σύγχυση των εκάστοτε κρατούντων ως προς το τι μπορεί να σημαίνει και τι να σηματοδοτεί η λέξη Πολιτισμός. Κάτι που φάνηκε καθαρά με την αποτίναξη του περιττού βάρους των Ιστορικών Αρχείων, των αχρείαστων Βιβλιοθηκών και των άνευ αντικρίσματος επιμέρους επιστημονικών τομέων. Πρωτίστως όμως φάνηκε με τη ριζική μετατόπιση του στόχου των πολιτιστικών δράσεων στα Θεάματα, τα οποία όσο θεαματικότερα τόσο πιο προσοδοφόρα πολιτικά έχουν από αρχαιοτάτων χρόνων αποδειχθεί. Με εξαίρεση έτσι την αρχαιότητα, μια θεμελιακή παράμετρο της και πολιτικά εδραιωμένης ιδεολογίας, αφήνει αδιάφορους τους κρατούντες ο κατακερματισμός της αυτοτέλειας του Πολιτισμού και η υποβάθμιση της σημασίας του. Ενδεικτική άλλωστε είναι και η από κάθε άποψη πρωτοφανής διεύρυνση της υπόστασής του, όπως την αποτυπώνουν στο εν λόγω Υπουργείο οι εναλλασσόμενες περιοδικά συνοδευτικές του πλαισιώσεις από τις προσχηματικά ομόλογες κατηγορίες δύο άλλων, συγγενών δήθεν τομέων.
Αναφέρομαι στον καθόλου κλασικό αθλητισμό των οιστρογόνων και στην επίκληση μιας παρά φύσιν σήμερα σχέσεως του πνεύματος προς το σώμα, στο οικονομικό και πολιτικό αντίκρισμα των επενδύσεων του ποδοσφαίρου με τον ανάλογο τζόγο και τους συχνούς κανιβαλισμούς, στην ύπουλη εκτροπή της προσοχής του κοινού από τα καυτά θέματα της καθημερινότητας, αλλά και στις πρόσκαιρες εκτονώσεις των δαπανηρών πανηγυρισμών της Ολυμπιάδας. Εξίσου πονηρός εξάλλου είναι και ο συγχρωτισμός του Πολιτισμού με τα όποια “αγαθά” του Τουρισμού, τα αποτιμημένα αξιολογικά σε απόλυτα εθνικά κεφάλαια. Δεν νομίζω μάλιστα πως θα διαφωνούσε κανείς αν υποστήριζα ότι επείγει η μελέτη και η κριτική της προχειρότητας του σχεδιασμού, καθώς και των σε βάθος χρόνου αρνητικών επιπτώσεων της “τουριστικής αξιοποίησης”. Της εκποίησης του ελληνικού χώρου σωστότερα. Όπως επίσης δεν θα διαφωνούσε με την επιβεβλημένη αναζήτηση των πολιτικών ευθυνών και με μια απολύτως επιτακτική ανάγκη: να διερευνηθεί επιτέλους υπεύθυνα πώς θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η οικονομία του τόπου μας, χωρίς τη σταδιακή του μετατροπή σε ξενοδοχείο τρίτης κατηγορίας και την αναπότρεπτη μετουσίωση των κατοίκων του σε θεμιτής ή αθέμιτης φύσεως υπηρετικό προσωπικό.
Σύμφωνα με το δόγμα που ασπάζονται και διατυμπανίζουν μόνο στα λόγια όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές παρατάξεις, ο Πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία. Μια βιομηχανία ωστόσο παντελώς αδιάφορη για την πρέπουσα ευεργετική διάδοση και την παραγωγική κατανάλωση των προϊόντων της, για τη διαφήμιση και την εξαγωγή τους, καθώς και για την ταυτόχρονη εισαγωγή των αναγκαίων εκείνων ανταλλακτικών που θα εκσυγχρόνιζαν τους μηχανισμούς της. Την αποκλειστική βεβαίως ευθύνη της πολιτικής για την κρατούσα κατάσταση δεν τη μετριάζουν καθόλου κάποιες αιωρούμενες αμφιβολίες γύρω από τα πραγματικά αίτια του κακού. Αν θα μπορούσαν δηλαδή να αποδοθούν σε μια συγχωρητέα οπωσδήποτε άγνοια, και να αναχθούν συγκαταβατικά στη γενικότερη πολιτιστική υποανάπτυξη των εκπροσώπων της εξουσίας. Ή μάλλον αν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως εσκεμμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαιώνιση των πελατειακών σχέσεων και η πατροπαράδοτη κομματική συναλλαγή στο καταταλαιπωρημένο πεδίο μιας Δημόσιας Διοίκησης, η οποία επίσης δεινοπαθεί καθολικά.
Στην καταβαράθρωση της ιδέας και των ιδανικών του Πολιτισμού η πολιτική έχει τη συνδρομή των τηλεοπτικών και ηλεκτρονικών μέσων, τη βοήθεια μιας σημαντικής μερίδας από τον ημερήσιο και περιοδικό Tύπο, τη συνεπικουρία των ερεθιστικών προκλήσεων του life-style και της ευζωίας. Ένα αμερικανικού δηλαδή τύπου όνειρο που δύσκολα θα μπορούσε να απαλειφθεί από τις αμφίβολες προσδοκίες για την οψέποτε ποιοτική αναβάθμιση των πολιτικών αξιών. Η αποκλειστική ευθύνη της πολιτικής εξουσίας για την υποτίμηση και την υποβάθμιση του Πολιτισμού, για την κατάτμηση της ενότητας και της συνοχής των συστατικών του γίνεται ευκολότερα κατανοητή αν ληφθούν υπόψη ορισμένες θεμελιακές αρχές. Οι οποίες δεν θα έβλαπτε να συζητηθούν, να ελεγχθούν, να συμπληρωθούν, να επικυρωθούν, ίσως μάλιστα και να συμπεριληφθούν στο καταστατικό πιστεύω μιας άλλου είδους, άλλου ύφους και άλλου ήθους πολιτικής, αδέσμευτης από τη συνήθη κομματική τακτική των συναλλαγών, των έντεχνων δολιχοδρομήσεων και των ύποπτων διακανονισμών του παρελθόντος.
Ας συνειδητοποιήσουν επιτέλους οι πολιτικοί ότι ο Πολιτισμός είναι ο κοινός λόγος της ανθρωπότητας. Ότι είναι δεμένος άρρηκτα με την Παιδεία, την Επιστήμη, την Ψυχαγωγία και τις εξελικτικές διαδικασίες της Κοινωνίας. Γι’ αυτό και υπερβαίνει τις όποιες παραλλαγές μπορεί να διακρίνουν κατά τόπους τους γεωγραφικούς, εθνικούς, ιδεολογικούς ή θεολογικούς του προσδιορισμούς.
Ως πρωταρχικής σημασίας παράγων, ο Πολιτισμός πρωταγωνιστεί στην ποιοτική αναβάθμιση της καθημερινότητας, καλλιεργώντας συστηματικά την αυτογνωσία και τη συνειδητότητα, τη συναίσθηση της ατομικής και συλλογικής ευθύνης, την κριτική, το ήθος και την πνευματικότητα, την προσωπική αγωγή και την κοινωνική συμπεριφορά, τον διάλογο και τη συνεννόηση σε κρατικό και διακρατικό επίπεδο, την ταυτότητα του Πολίτη και τα εξ αυτής απορρέοντα χρέη. Είναι δηλαδή προϋπόθεση για τη χρηστή οργάνωση του κράτους σε κάθε τομέα της εσωτερικής και της εξωτερικής του πολιτικής.
Με το ανάπτυγμα των ποικίλων του εκφάνσεων, τη σπουδή, την έρευνα, τα γράμματα, τις τέχνες και την ψυχαγωγία, ο Πολιτισμός διαπλάθει τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας. Απαιτεί συνεπώς μια επενδυτική πολιτική άλλης τάξεως από αυτήν που τον αποδυναμώνει στην Ελλάδα. Όπου όμως, στο πείσμα των αρνητικών περιστάσεων, οι επιδόσεις του είναι αξιοθαύμαστες. Και όπου, μολονότι δεν έγινε αντιληπτή η οικονομική πλευρά της αξίας του, εκπροσωπεί το μόνο από τα εντόπια προϊόντα που μπορεί εξάγεται, να συναγωνίζεται τα ξένα και να ευδοκιμεί σε χώρες φιλικότερης υποδοχής.
Για τους αμετανόητα ευρωπαϊστές, ο ελληνικός πολιτισμός συνολικά συγκαταλέγεται στα βασικά συστατικά της ευρωπαϊκής ταυτότητας, η οποία μόνο ως σύνθεση όλων των επιμέρους ευρωπαϊκών πολιτισμικών ταυτοτήτων μπορεί να νοηθεί και να υπάρξει. Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός, σε σχέση με τις όποιες ευρωπαϊκές προοπτικές της Ελλάδας, υποδηλώνει ότι η επίλυση του ελληνικού προβλήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί ταυτόχρονα και προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση.
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι μια τέτοια διέξοδος προϋποθέτει την επιβεβλημένη άλλωστε και για πολλούς άλλους λόγους πολιτική ένωση των χωρών της ευρωζώνης. Η οποία δεν επιτρέπεται να συναρτάται αποκλειστικά με την οικονομική ένωση, όπως διαφαίνεται από τη σκοπιά της κρίσεως που επεκτείνεται απειλητικά πέρα από τα κράτη του Νότου. Αλλά και από μια διακρατική ενοποίηση της νομολογίας των κανόνων οι οποίοι θα όφειλαν να διέπουν συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση και την Παιδεία, με κεντρικό οπωσδήποτε άξονα τον Πολιτισμό.
Απαιτείται, μ’ άλλα λόγια, να γίνει και ευρύτερα συνειδητό ότι μοναδικό υπόβαθρο της ευρωπαϊκής ιδέας είναι η αρραγής εσωτερική, ουσιαστική συμπληρωματικότητα των αμέσως αλληλοεξαρτημένων πολιτισμικών καταθέσεων όλων των ευρωπαϊκών κρατών. Επειδή οι καταθέσεις αυτές συνθέτουν εντέλει το νόημα της ευρωπαϊκής ενότητας στον χώρο και στον χρόνο. Μιας ενότητας, εντούτοις, η οποία καλύπτει αυτονόητα το σύνολο των εντός των γεωγραφικών ορίων της ευρωπαϊκής ηπείρου χωρών, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σήμερα στην ευρωζώνη ή όχι.
Το εξεταζόμενο θέμα έχει αναμφίβολα και αναρίθμητες άλλες πτυχές οι οποίες, με δεδομένους τους περιορισμούς του χρόνου, δύσκολα μπορούν να θιγούν έστω και επιδερμικά. Ό,τι προσπάθησα να εκθέσω τηλεγραφικά, οπωσδήποτε, δεν είναι παρά κάποιες ενδεικτικής φύσεως επισημάνσεις, αφορμές για ξετύλιγμα, όπως θα έλεγε και ο δάσκαλός μου, ο Χρήστος Καρούζος.

Πολιτισμός ή politismos;

του Σωτήρη Γκορίτσα

DSCN4890Διάλεξα να μιλήσω για τον πολιτισμό όχι επειδή είμαι σκηνοθέτης, αλλά επειδή πιστεύω ότι εδώ και χρόνια ζούμε μια παρεξήγηση η οποία έχει σημαντικό μερίδιο στο σημερινό μας αδιέξοδο.
Μικρός όποτε άκουγα «Ελληνικός πολιτισμός» το μυαλό μου πήγαινε σε Μουσεία, αγάλματα, παράδοση, φορεσιές, χορούς και τραγούδια.
Νόμισα τότε ότι η προγονοπληξία ήταν συνυφασμένη με τη δικτατορία, την εθνικοφροσύνη και τη Δεξιά. Αργότερα κατάλαβα ότι και η Αριστερά κάτι αντίστοιχο πρεσβεύει. Με τους δικούς της πρωταγωνιστές στη θέση των άλλων.
Από τις σχολικές δηλ. γιορτές μέχρι τα φεστιβάλ των πολιτικών νεολαιών, μάχες, θυσίες και ηρωισμοί, που εξαιτίας τους εμείς υπάρχουμε σήμερα, συνέθεταν το μυθικό πανόραμα του παρελθόντος από το οποίο η κάθε παράταξη διάλεγε να υπερασπιστεί αυτό που εξυπηρετούσε την τρέχουσα πολιτική της. Καουμπόηδες και Ινδιάνοι κι εσύ απλά διάλεγες στρατόπεδο.
Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον πολιτισμό, κοινός τόπος και των δυο παρατάξεων η αποφυγή του παρόντος και η ενασχόληση με το παρελθόν. Η σύγχρονη Ελλάδα φάνταζε για κοινό και δημιουργούς μικρή και λίγη, κάτι σαν φτωχός απόγονος ενός ένδοξου παρελθόντος.
Από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, η λογοτεχνία, το θέατρο, η μουσική, ο κινηματογράφος, αν δεν ασχολιόταν με το παρελθόν και την ανάγνωσή του από την Αριστερά που είχε επικρατήσει στο πολιτιστικό τοπίο, ήταν καταδικασμένο στο περιθώριο.
Αυτή την εικόνα μας προβάλλαμε στον Δυτικό κόσμο και αυτός ευχαρίστως κατανάλωνε. Σε αντίθεση όμως με τις δικές τους κοινωνίες οι οποίες από νωρίς είχαν στρέψει τα μάτια τους στα σύγχρονα δικά τους προβλήματα. Γι’ αυτό και ποτέ δεν έγιναν πρεσβευτές μας άνθρωποι σαν τον Σαββόπουλο, τον Άκη Πάνου ή τον Ρασούλη, για να περιοριστώ σε λίγα παραδείγματα από τη μουσική.
Κάπως έτσι μπορώ να καταλάβω γιατί ο γιος μου και η νεότερη γενιά επιμένει να αγνοεί οτιδήποτε παράγεται στη χώρα, γνωρίζει καλύτερα το Βερολίνο και το Μπρονξ από το Περιστέρι, πολλοί νέοι τραγουδοποιοί για να εκφραστούν πρέπει να γράψουν σε αγγλικό στίχο και στους δέκα τίτλους πρόσφατων ελληνικών ταινιών οι οκτώ είναι στα αγγλικά.
Συνεχίζεται έτσι η παλιά επαρχιώτικη αντίληψη της Ψωροκώσταινας, του «υπανάπτυκτου», που περιμένει την αναγνώριση από τον «αναπτυγμένο». Δημιουργοί πρόθυμοι να την υπηρετήσουν βρέθηκαν και συνεχίζουν να βρίσκονται αρκετοί.
Μικρό το κακό εάν αφορούσε βέβαια μόνο τους δημιουργούς. Το πρόβλημα με αυτήν την αντίληψη που επικράτησε είναι ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας μας ταύτισε τον πολιτισμό με κάτι «υψηλό» και «ξένο». Δεν την αφορά. Αφορά αλλοδαπούς και τους λίγους γηγενείς υποψιασμένους. Προϊόν της είναι το οριστικό διαζύγιο πολιτισμού και ψυχαγωγίας -αγωγής δηλ. της ψυχής κατά τους προγόνους μας- που τόσο μας αρέσει να μνημονεύουμε. Έτσι φυσικό επακόλουθο είναι η ψυχαγωγία να αφεθεί στα χέρια διασκεδαστών, στην τηλεόρασης και στα νυχτερινά, κατά Βαγγέλη Γιαννόπουλο, «πολιτιστικά κέντρα», δηλαδή σκυλάδικα.
Το διαζύγιο πολιτισμού και ψυχαγωγίας γέννησε τα βλακώδη για διάκριση «ποιοτικού» και «εμπορικού», τη λέξη «κουλτούρα» συνώνυμη της απόλυτης βαρεμάρας και του ακατανόητου «πειραματισμού», έως και την κωμική έκφραση «πνευματικός άνθρωπος».
Σήμερα, θα πει κάποιος, η χώρα έχει να λύσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα από τον πολιτισμό της. Εδώ όμως υπάρχει το εξής θέμα:
Η εφαρμογή κάθε λύσης, άσχετα αν προτείνεται από Έλληνες ή Ευρωπαίους, σκοντάφτει στο ίδιο πάντα πράγμα, στην ίδια επωδό:
Την έλλειψη παιδείας.
Λέγοντας παιδεία θεωρούμε το σχολείο και το Πανεπιστήμιο και κάπου εκεί αρχίζει μια ακόμα συζήτηση για τη «μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της χώρας» που όλο ετοιμάζεται και ποτέ δεν υλοποιείται.
Εγώ πήγα σε ιδιωτικό σχολείο. Από τα θεωρούμενα μάλιστα καλά. Η ελάχιστη όμως σχέση μου, παράδειγμα με το Θρησκευτικό αίσθημα, δεν προήλθε από τον καθηγητή Θρησκευτικών εκείνον που πάλευε να μας μάθει τη διαφορά εικονολατρίας και εικονομαχίας ή τους λόγους του σχίσματος. Ήλθε από τον συγχωρεμένο Ματθαίο Μουντέ που αντί για μάθημα Θρησκευτικών μάς πήγε στο Μοναστηράκι, στο Ποπ Ηλέβεν για όσους το θυμούνται, σε ταβέρνες στην Πλάκα, στην παραλία της Ουρανούπολης και που αντί για εκκλησιαστική μουσική μας έφερε στην τάξη να ακούσουμε το Γούντστοκ που μόλις είχε κυκλοφορήσει και αφού το ακούσαμε να συζητήσουμε για την ύπαρξη ή όχι Θεού. Μπορεί να μην μου εμφύσησε κανένα θρησκευτικό αίσθημα, με έπεισε όμως ότι και η θρησκεία κάποιο λόγο μπορεί να έχει σχετικά με τα άγρια εκείνα ερωτήματα της εφηβείας μου.
Φοβάμαι, λοιπόν, ότι για πολλά χρόνια ακόμα η σχολική εκπαίδευση μικρό μάλλον ρόλο θα συνεχίσει να παίζει στην παιδεία της κοινωνίας μας. Και όπως δεν μπόρεσε να εξηγήσει στο παρελθόν πχ. το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ, έτσι και σήμερα δεν μπορεί να εξηγήσει τα φαινόμενα Σύριζα, «ψεκασμένων» και Χρυσής Αυγής, ούτε και την ξεφτίλα τού να αναθέτουμε την εκπροσώπησή μας σε μοντέλα, ηθοποιούς, αθλητές και τηλεπερσόνες.
Πριν όμως αφορίσουμε, καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε γιατί έγινε αυτό; Ποιοί ήταν οι διασκεδαστές μας, οι ψυχ«αγωγοί» μας, οι δικοί μας άνθρωποι που μας κράτησαν συντροφιά στα δύσκολα όταν ο επίσημος πολιτισμός ασχολιόταν με το πώς θα επιστρέψουν τα Μάρμαρα και πότε θα ανοίγουν και θα κλείνουν τα Μουσεία;
Ξέρω ότι δεν υπάρχει ούτε ο χρόνος ούτε είναι εδώ ο χώρος για να γίνει αυτή η συζήτηση. Γι’ αυτό θα συνοψίσω σε μερικά «Διά ταύτα». Αυτό νομίζω πρέπει να αφορά ένα πολιτικό κίνημα που φιλοδοξεί να ανατρέψει όσα μας κατάντησαν σε αυτό που είμαστε σήμερα.
Το πρώτο είναι ότι όπως κάθε «Εθνικό σχέδιο» έτσι κι αυτό του «Πολιτισμού», πριν «εξαχθεί», πρέπει πρώτα να ριζώσει εθνικά. Να αναρωτηθούμε αν έχουμε και ποιο είναι το σύγχρονο πολιτιστικό μας στίγμα. Θα βοηθούσε αν παραδειγματιζόμασταν από άλλες μικρότερες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες, από τη Δανία μέχρι τη Ρουμανία και απ’ το Ιράν μέχρι την Κορέα, και τον τρόπο που κατάφεραν να έχουν δικό τους διακριτό πολιτιστικό στίγμα στη διεθνή κοινότητα. Το Υπουργείο Πολιτισμού, αυτό θα πρέπει να έχει σαν στόχο του, το δύσκολο έργο της σύνδεσης του σύγχρονου πολιτιστικού προϊόντος πρώτα πρώτα με την ελληνική κοινωνία.
Το δεύτερο είναι ότι η ταυτότητα του σύγχρονου Έλληνα στο παγκοσμιοποιημένο πια τοπίο, δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι το ντροπιαστικό για μένα «Κληρονόμος ένδοξου παρελθόντος». Ένδοξο ή μη το παρελθόν μας –που πράγματι σε αυτό έχουν στραμμένο το βλέμμα τους οι ξένοι, μιας και αγνοούν το όποιο σύγχρονο «παρόν»– είναι υπόθεση κυρίως του Τουρισμού, της δικής του βιομηχανίας και του αντίστοιχου Υπουργείου του.
Το τρίτο είναι ότι προϋπόθεση γι’ αυτά είναι η ύπαρξη σοβαρού και αξιόπιστου σύγχρονου πολιτιστικού προϊόντος, εθνική δηλαδή παραγωγή.
Είναι απαραίτητο το θεσμικό πλαίσιο που θα βοηθάει και δεν θα εμποδίζει, όπως συμβαίνει σήμερα την παραγωγή, με την αναξιοκρατία, «συνδικαλιστές» στα κέντρα λήψης αποφάσεων, διαχρονική ασυλία δημιουργών και τη σταθερή απουσία οποιουδήποτε κανόνα αξιολόγησης στο τι παράγουν.
Η ενίσχυση της σχετικής με τη σύγχρονη Ελλάδα παραγωγής και το θεσμικό πλαίσιο που θα διευκολύνει τη συνάντησή της με την κοινωνία είναι οι δυο πρώτες και επείγουσες για εμένα προϋποθέσεις. Μόνο τότε θα υπάρξει κάποτε διάλογος πολιτισμού και κοινωνίας και όχι τα σημερινά «πυροτεχνήματα» που κάθε τόσο λάμπουν, συνήθως στο εξωτερικό, και μετά εμείς εδώ, λίγο από βαρεμάρα, λίγο από υποχρέωση και λίγο για να νιώσουμε κοσμοπολίτες, χειροκροτούμε.
Δεν μιλάω για κάτι ακατόρθωτο. Ούτε χρειάζεται άπειρο χρόνο ή χρήματα. Πριν λίγα χρόνια φτάσαμε πολύ κοντά σε κάτι τέτοιο όταν όσοι κάνουμε ταινίες μαζευτήκαμε με το όνομα «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» και δημιουργήσαμε έναν νόμο που φιλοδοξούσε να απαλλάξει τον κινηματογράφο μας από παθογένειες που είχαν εγκατασταθεί μετά τη μεταπολίτευση.
Υπήρχε βέβαια τότε ένας Υπουργός αποφασισμένος να στηρίξει αυτούς που δημιουργούν και όχι όλους εκείνους που περιστρέφονται με το αζημίωτο γύρω από τη δημιουργία. Αποφασισμένος επίσης να συγκρουστεί με επετηρίδες, συνδικαλιστές, παρατρεχάμενους, βουλευτές του κόμματός του, ως και τον ίδιο τον αρχηγό του που, ως συνήθως, οπισθοχώρησε μόλις είδε τα σκούρα και την αντίδραση των ίδιων των βουλευτών του.
Είναι ενδεικτικό ότι παρά το ότι ο νόμος –λόγω της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε– έμεινε σχεδόν ανεφάρμοστος, ακόμα και σήμερα σύσσωμο το κατεστημένο που ξεβολεύτηκε επιστρέφει σε όλα τα κέντρα πολιτιστικής εξουσίας και προσπαθεί να τον κηρύξει αντισυνταγματικό, ασκεί διώξεις και κάθε είδους πίεση ώστε εκτός από ουσιαστικά να ακυρώσει το νόμο και τυπικά. Ξέρουν πόσο σημαντικό είναι ένα θεσμικό πλαίσιο που τους ακυρώνει.
Δεν θέλω να αναφερθώ στο αυτονόητο ότι για την έναρξη της όποιας σχετικής συζήτησης, είναι απαραίτητο να μην ξαναϋπάρξει υπουργός τύπου Τζαβάρα ή Παναγιωτόπουλου και το Υπουργείο Πολιτισμού να πάψει να αντιμετωπίζεται σαν την παιδική χαρά όπου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στέλνουμε να παίξει με τα κουβαδάκια του ο εκάστοτε πικραμένος του ανασχηματισμού.
Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρέμβαση θέλω να πω ότι σίγουρα προηγούνται άλλα, πολύ πιο επείγοντα θέματα από τον πολιτισμό. Μίλησα όμως γι’ αυτόν, γιατί όπως θα έχετε δει οι λύσεις που χρειάζονται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας –πρέπει να ξανασυστηθεί και με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους– όλες σκοντάφτουν και φοβάμαι ότι θα συνεχίσουν να σκοντάφτουν πάντα σε ένα: Στην έλλειψη κοινωνικής συναίνεσης.
Κι αυτήν, όπως πιθανά έχετε δει, δεν την έχουν καταφέρει ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι καθηγητές, ούτε οι αρθρογράφοι, πολύ δε περισσότερο οι τεχνοκράτες.
Γι’ αυτό και πέφτει αναγκαστικά μεγάλο βάρος στους ανθρώπους του πολιτισμού και την παιδεία που αυτός μπορεί να δημιουργήσει εάν κάποτε πάψει να έχει στραμμένο το βλέμμα στο ένδοξο παρελθόν και τολμήσει να βουτήξει στα ταραγμένα νερά του σήμερα.
—————————
ΥΓ. Αν έχω λίγα δευτερόλεπτα θα ήθελα να πω δυο μόνο κουβέντες για ένα προσωπικό ερώτημα που όμως νομίζω ότι προβληματίζει και άλλους στην «Επιτροπή διαλόγου» του ΠΟΤΑΜΙΟΥ.
Η νοοτροπία του βαθέως ΠΑΣΟΚ έχει πλέον κάνει μετάσταση και στη ΝΔ και στο ΣΥΡΙΖΑ.
Την ίδια στιγμή στην κοινωνία ωριμάζουν όλο και περισσότερο οι συνθήκες για να σαρωθεί το πολιτικό σκηνικό που χρεοκόπησε τη χώρα.
Πρέπει να σπάσει ο πιο αδύναμος κρίκος ώστε να επιταχυνθούν αυτές οι εξελίξεις. Αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ έχει στεγάσει τις πλέον ισχυρές δυνάμεις του παρασιτισμού.
Ενόψει λοιπόν εκλογών, εάν το ΠΟΤΑΜΙ θεωρήσει ότι μπορεί να συνδιαλεχτεί με κοπάδια δημαγωγών που δεν ξέρουν να παράγουν αλλά μόνο να διεκδικούν, να διορίζουν, να υπόσχονται αέρα ή να μοιράζουν ανύπαρκτα λεφτά για να παίρνουν ψήφους, αυτός θα είναι ο βασικός λόγος για τους ανθρώπους της κοινωνίας που έχουν κάποια στοιχειώδη σοβαρότητα να συνεχίσουν να μην θέλουν να εμπλακούν στην πολιτική.
Μακάρι το ΠΟΤΑΜΙ να τους διαψεύσει και να τους πείσει ότι αξίζει τον κόπο να προσέλθουν.

Ανθρώπινα Δικαιώματα

Προστασία δικαιωμάτων και κρίση

του Λευτέρη Παπαγιαννάκη

DSCN4921Στην παρέμβαση μου δεν θα ασχοληθώ με την θεωρητική παρουσίαση των δικαιωμάτων, καθώς υπάρχουν πιο ειδικοί από εμένα. Θα ήθελα να τονίσω την αναγκαιότητα μιας πολιτικής «χρήσης» των δικαιωμάτων. Πιστεύω ότι ο πολιτικός χώρος που θα επιδείξει συνάφεια λόγων και έργων στο θέμα αυτό, θα βγει μακροπρόθεσμα «κερδισμένος». Δεν πρέπει στο όνομα της πολιτικής σκοπιμότητας να βάζουμε σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα των δικαιωμάτων, με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Όσο πλησιάζουμε σε μια κρίσιμη εκλογική διαδικασία φαίνεται ότι η πολιτική συμπεριφορά της αριστεράς και της δεξιάς στο θέμα των δικαιωμάτων μοιάζει να συμπίπτει ως προς το αποτέλεσμα. Όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα «λένε»: ας αφήσουμε τώρα το θέμα των δικαιωμάτων, έχουμε πιο σοβαρά ζητήματα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η σύνδεση των διατάξεων του αντιρατσιστικού για την ταυτότητα φύλου με τις κατασχέσεις σπιτιών από τις τράπεζες “Αν δηλαδή οι ομοφυλόφιλοι περιμένουν μερικά ακόμα χρόνια χωρίς να μπορούν να κάνουν μήνυση σ’ αυτούς που τους λοιδορούν θα πάθουν πολύ μεγάλη ζημιά; Μεγαλύτερη από το να τους έχουν πάρει το σπίτι οι τράπεζες;”, ή το ζήτημα του χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας είναι πολύ σημαντικό, αλλά να μην ξεχνάμε την βασική προτεραιότητα: τους ανέργους.
Είναι εντυπωσιακό πως πολιτικοί χώροι (κυρίως η κεντροαριστερά) βλέποντας την εξουσία να πλησιάζει ή να απομακρύνεται, θυσιάζουν τα δικαιώματα ομάδων πολιτών δίνοντας νέο περιεχόμενο στην έννοια «όλοι μαζί πρέπει να αγωνιστούμε για να βγούμε από την κρίση».
Πιστεύω ότι ο αγώνας για τον σεβασμό και την αναγνώριση δικαιωμάτων για όλους μπορεί να απελευθερώσει κοινωνικές και αναπτυξιακές δυνάμεις που θα βοηθήσουν τη χώρα να βγει από την κρίση.
Η κρίση εκφράζεται οικονομικά αλλά είναι βαθιά ιδεολογική και κοινωνική. Είναι μια κρίση αξιών. Πρέπει να αναγνωρίσουμε σε ποια χώρα ζούμε, ποια είναι τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της και ποιες αλλαγές είμαστε διατεθειμένοι να προτείνουμε ώστε να περάσει σε μια άλλη εποχή.
Με αφορμή την στάση της συγκυβέρνησης στα ζητήματα της επέκτασης του σύμφωνου συμβίωσης και του αντιρατσιστικού, θεωρώ ότι, ίσως, η βασικότερη αλλαγή που πρέπει να προταθεί από το Ποτάμι είναι ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Η αμαρτωλή αυτή σχέση είναι ο βασικός λόγος που η Ελλάδα δεν είναι η χώρα, που πολλοί από εμάς λένε ότι θέλουν.
Πέρα λοιπόν από την υπονόμευση των δικαιωμάτων λόγω των πολιτικών διαχείρισης και αντιμετώπισης της κρίσης μοιάζει να γίνεται το ίδιο και από όλες τις δυνάμεις που διαφωνούν με τις πολιτικές αυτές (μνημονιακές) στο όνομα της προσπάθειας ανατροπής τους. Αυτή η εγγενής υποκρισία είναι απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη. Ο μόνος τρόπος είναι οι καθαρές και συνεπείς θέσεις.
Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω μια επισημανση. Οι μελέτες, οι αναλύσεις και τα άρθρα τα οποία αναφέρονται στην κρίση αναγνωρίζουν οτι οι ομάδες που πλήττονται απο την κρίση είναι οι νέοι οι γυναίκες, τα παιδια, οι άνεργοι, οι μετανάστες οι μειονότητες, τα ΑΜΕΑ, τα ατομα της LGBTQI κοινότητας. Ποιοι μένουν; Άνδρες άνω των 40, κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι σε υψηλές θέσεις και κάποιοι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχει αγγίξει η κρίση. Αυτοι είναι μια μειοψηφία. Για να κάνω και μια παρατήρηση για την ομάδα διαλόγου δείτε ποιοι συμμετέχουν, ποιοι είμαστε. Είμαστε η μειοψηφία που συζητά για την πλειοψηφία. Αυτό πρεπει να αλλάξει, πρεπει να ανοίξει η συζήτηση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: