Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ


Με αφορμή όλα τα πιθανά και απίθανα που γράφτηκαν πρόσφατα για την πολυ-πολιτισμική κοινωνία, ξανακοίταξα το σχετικό κεφάλαιο στο βιβλίο του Ντανύ Κον-Μπεντίτ «ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ» ( «QUE FAIRE) (εκδ.ΚΕΔΡΟΣ, μετάφραση Μ.Γ.) Αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επί μέρους ζητήματα, όπως η αντίθεσή του με το νόμο κατά της μαντήλας στη Γαλλία, και η ανάλυσή του για την Τουρκία που είναι σήμερα κάπως ξεπερασμένη από τις εκεί πολιτικές εξελίξεις, πάντως θεωρώ ότι είναι μακράν η πιο πλήρης ανάλυση για το τί είναι πολυ-πολιτισμικότητα και γιατί οι κοινωνίες μας πρέπει να την αναγνωρίσουν ως πραγματικότητα και να την αξιοποιήσουν ως πλούτο- με σταθερή προσήλωση πάντοτε στις αρχές της δημοκρατίας, του κοσμικού κράτους και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας

Η παγκοσμιοποίηση δεν αφορά μόνο ανταλλαγές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, όπου oι ρυθμίσεις κάνουν ακόμη τα πρώτα τους βήματα. Υπάρχει και η ανθρώπινη και η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση, οι κινήσεις των πληθυσμών και η ροή των εικόνων και των παραστάσεων. Οι περισσότερες Ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι σήμερα κοινωνίες πολυπολιτισμiκές. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι κοινωνίες περισσότερο κατακερματισμένες από τις παλαιότερες, π.χ. από τις κοινωνίες του 19ου αιώνα. Έχουν εξελιχθεί από πολλές απόψεις σε κοινωνίες πιο ομοιογενείς και ταυτόχρονα πιο διαφοροποιημένες. Πιο ομοιογενείς λόγω των υλικών συνθηκών ζωής και των καταναλωτικών συνηθειών των ανθρώπων, που έχουν την τάση να εξομοιώνονται, και ταυτόχρονα πιο διαφοροποιημένες, στο μέτρο που τα άτομα αναζητούν και διεκδικούν την ταυτότητά τους με πολύ φανερό τρόπο. Ο καθένας μας θέλει να διεκδικήσει τη δική του διαφορετική ταυτότητα αλλά και να προβάλλει την ένταξή του σε διάφορες ομάδες. Ο καθένας μας ψαχουλεύει μέσα στις πολλαπλές πολιτιστικές παραλλαγές που του προσφέρονται: παραδόσεις, θρησκείες, καλλιτεχνικές εκφράσεις κλπ.
Επομένως, η πολιτική δεν μπορεί ν’ αγνοεί αυτές τις προσδοκίες. Μερικές φορές πρέπει να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των διαφόρων αντικρουόμενων κοινωνικών διεκδικήσεων, και γενικότερα ν’ ανταποκριθεί σε αιτήματα για σεβασμό και αναγνώριση, που προβάλλουν πολλές και διάφορες ομάδες. Είχα ο ίδιος αυτή την εμπειρία, στη Φραγκφούρτη από το 1989 έως το 1994, όταν ο σοσιαλδημοκράτης Δήμαρχος μου εμπιστεύτηκε την ευθύνη του Γραφείου Πολυπολιτισμικών Υποθέσεων με στόχο την οργάνωση του συστήματος δομών υποδοχής και κοινωνικής ένταξης των μεταναστών. Η ιδέα μιας τέτοιας υπηρεσίας γεννήθηκε στους κόλπους της συμμαχίας Πρασίνων/ Σοσιαλδημοκρατών κατά τη διάρκεια της καμπάνιας για τις δημοτικές εκλογές του 1989, λίγους μήνες πριν την πτώση του Τείχους. Την εποχή εκείνη η Δεξιά έκανε έντονη καμπάνια κατά της μόνιμης παρουσίας των μεταναστών μέσα στη γερμανική κοινωνία. Τότε, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει τώρα, οι μετανάστες συναντούσαν πολύ μεγάλες δυσκολίες για ν’ αποκτήσουν γερμανική υπηκοότητα. Με τη Δεξιά απέναντί μας, εμείς κρίναμε ότι η μετανάστευση δεν ήταν παροδικό φαινόμενο, αλλά πραγματικότητα διαρκείας. Ότι οι μετανάστες ήταν προορισμένοι να παραμείνουν εδώ και ότι έπρεπε να οργανώσουμε την παραμονή τους. Όταν η Δεξιά ξαναπήρε την εξουσία στην πόλη, ο νέος Δήμαρχος δεν υποχώρησε στην απαίτηση κάποιων να καταργήσει την Υπηρεσία Πολυπολιτισμικών Υποθέσεων: αυτή είχε γίνει πια ένα από τα σύμβολα της Φραγκφούρτης

Μετανάστευση και πολιτιστική διαφοροποίηση
Εκείνα τα πέντε χρόνια ήμουν μόνιμος διαμεσολαβητής ανάμεσα στη γερμανική κοινωνία υποδοχής και στους μετανάστες, ανάμεσα στις διάφορες μεταναστευτικές κοινότητες, ιδιαίτερα ανάμεσα σε Τούρκους και Κούρδους, ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες, ανάμεσα σε νέους που έφευγαν από τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους, ανάμεσα σε θρησκευόμενους και λαϊκούς… Η Φραγκφούρτη είναι μια πόλη όπου το 35% των κατοίκων της προέρχεται από τη μετανάστευση, με ποικιλότητα πληθυσμού από τις μεγαλύτερες στη Γερμανία. Μόνο οι Τούρκοι αποτελούν το ένα τέταρτο των μεταναστών. Η άλλη σημαντική πληθυσμιακή ομάδα αποτελείται από πρόσωπα που προέρχονται από τις διάφορες περιφέρειες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που προκαλούσαν οι αφηγήσεις του πολέμου, ώστε γρήγορα γεννήθηκαν μεγάλες εντάσεις ανάμεσα σε συμμορίες νέων που ανήκαν στις διαφορετικές εθνότητες αυτής της χώρας που κατέρρεε. Για να καλμάρω την κατάσταση, μάζεψα καμιά σαρανταριά νεαρούς από διάφορες ομάδες και τους είπα ότι δεν υπάρχει διέξοδος από το φαύλο κύκλο, παρά μόνον αν κλειστεί μια συμφωνία μη-επίθεσης. Λίγο-πολύ τους ήξερα προσωπικά και είχα συγκεκριμένες πληροφορίες για την προσωπική διαδρομή του καθενός και έτσι μπόρεσα ν’ απευθυνθώ στον καθένα τους με τρόπο πολύ συγκεκριμένο. Το νόημα αυτής της διαμεσολάβησης ήταν να αποδραματοποιηθεί η κατάσταση, να καταλαγιάσουν οι συγκρούσεις, να επικρατήσει ειρήνη. Το ουσιαστικό ζήτημα όμως ήταν επίσης να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε νέους κανόνες συμβίωσης.
Έτσι έμαθα ότι η μετανάστευση θέτει σε αμφισβήτηση λίγο-πολύ όλους τους κανόνες που διέπουν τον κοινωνικό ιστό: όλο το πρόβλημα της μεταναστευτικής πολιτικής είναι λοιπόν να βρούμε τον τρόπο να επεξεργαστούμε νέους συλλογικούς κανόνες. Βέβαια υπάρχει το ζήτημα της κοινωνικής ένταξης, όπως συχνά λέγεται, αλλά πρέπει να διευκρινίσουμε ότι πρόκειται για την κοινωνικής ένταξης του συνόλου της κοινωνίας, πράγμα που λέγεται λιγότερο συχνά. Ένταξη δε σημαίνει ν’ απαιτούμε απλώς από τους μετανάστες να προσαρμοστούν στους ήδη υπάρχοντες κανόνες της κοινωνίας που τους υποδέχεται. Πρέπει να εργαστούμε προς μια συνολική ανασύνθεση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους είναι οργανωμένη η κοινωνία μας στο σύνολό της και που αφορούν τόσο τον ντόπιο πληθυσμό όσο και τον πληθυσμό των μεταναστών.
Αυτό το κατάλαβα μέσα από μια πολύ απλή περίπτωση: Στην περιφέρεια της Φραγκφούρτης υπήρχε ένα προάστιο όπου κάποιοι μετανάστες, κυρίως Τούρκοι, είχαν αγοράσει δύο σπίτια, και ήθελαν να χτίσουν ένα τζαμί με μιναρέ. Στην ίδια γειτονιά υπήρχε ένα πρώην εργοστάσιο της Hoechst, ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο, αποχαρακτηρισμένο. Είχε δημιουργηθεί μια κινητοποίηση με στόχο την ανάπλασή του. Την πρωτοβουλία την είχε πάρει ένα κίνημα πολιτών, από αυτούς που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε bobos1, που ήταν υπέρ της αποκατάστασης των παραδοσιακών κτιρίων και του παραδοσιακού τρόπου ζωής- αντίληψη χαρακτηριστική εκείνα τα χρόνια. Επομένως ήταν αντίθετοι με την κατασκευή του τζαμιού για λόγους πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Με λίγα λόγια ήταν 100% μέσα στην επιχειρηματολογία των οικολόγων. Τότε αποφάσισα να συγκεντρώσω όλους τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης για να εξηγήσει ο καθένας τη θέση του. Η ένωση των τούρκων μεταναστών ήταν εγκατεστημένη ήδη τριάντα χρόνια, αλλά η παρουσία τους δεν ήταν ορατή μέσα στην τοπική κοινωνία. Είχαν ένα τζαμί στην άκρη του προαστίου, στην παρυφή του αυτοκινητόδρομου, αλλά επιθυμούσαν κάτι πιο κεντρικό, πιο εμφανές. Έγινε μεγάλη και θυελλώδης συζήτηση, αλλά τελικά το τζαμί χτίστηκε και όταν οργανώθηκε μια ανοιχτή εκδήλωση εγκαταλείφθηκαν και οι τελευταίες επιφυλάξεις.
Αυτή η εμπειρία μου έδωσε μια ιδέα σημαντική: Όταν εγκατασταθεί στην καρδιά μιας γειτονιάς ένα τζαμί με μιναρέ, γίνεται φανερό ότι ο πληθυσμός έχει αλλάξει. Η διεκδίκηση αυτής της ορατότητας σηματοδοτούσε το γεγονός ότι οι μετανάστες είχαν πια εγκατασταθεί μόνιμα, άρα σηματοδοτούσε μια μορφή κοινωνικής ένταξης, αλλά ταυτόχρονα έκανε φανερή και τη διαφορά. Οι μετανάστες έρχονται για να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους. Μια μέρα που παρουσίαζα το πρόγραμμά μας για τον περιορισμό της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, ο εκπρόσωπος μιας ένωσης μεταναστών παρενέβη και μου είπε: «εμείς ήρθαμε εδώ για να δουλέψουμε και να αγοράσουμε και κανένα αυτοκίνητο!» Οι μετανάστες δεν έχουν κατ’ αρχήν στόχο ν’ αλλάξουν την κοινωνία που τους υποδέχεται. Τα κίνητρά τους είναι πρώτα απ’ όλα προσωπικά.
Αλλά όλες αυτές οι προσωπικές διαδρομές αφορούν εκατοντάδες, χιλιάδες ανθρώπους και πολύ γρήγορα είναι πια κοινωνικό φαινόμενο. Στην Ευρώπη, ακόμη και χώρες που ήταν παραδοσιακά χώρες μεταναστών, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, ακόμη και η Πολωνία, έγιναν χώρες που δέχονται μετανάστες οι ίδιες. Ολόκληρες οικογένειες καταφτάνουν σε μια κοινωνία κατά χιλιάδες, χωρίς να έχουν βιώσει τις συγκρούσεις και αντιθέσεις που σημάδεψαν αυτή την κοινωνία. Παρατηρείστε τη γαλλική κοινωνία της δεκαετίας του’50 από της σκοπιά της θέσης της γυναίκας: όπως είχε επισημανθεί και από τότε, ήταν μια κοινωνία, όπου στο μεγαλύτερό της μέρος η κατάσταση των γυναικών έφερε τη σφραγίδα της ανδρικής κυριαρχίας. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ’60 κι ’70 πραγματοποιείται σταδιακά η χειραφέτηση των γυναικών, με την κατάκτηση της νομικής ισότητας μέσα στην οικογένεια, με την πρόσβαση στην αντισύλληψη, στη συνέχεια με το δικαίωμα στην άμβλωση, χωρίς να ξεχνάμε τη γενικευμένη δυνατότητα των γυναικών να σπουδάζουν και να εργάζονται. (αν και είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι ούτε σήμερα επικρατεί πλήρης ισότητα). Η Γαλλία της δεκαετίας του ’80 εξελίχθηκε υπό την πίεση του φεμινιστικού κινήματος ,και να που σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες γενιές μεταναστών που δεν έχουν γνωρίσει αυτή την ιστορία. Η αντιπαράθεση αυτών των διαφορετικών βιωμάτων αναγκαστικά δημιουργεί εντάσεις.

Τι είναι η πολυπολιτισμικότητα;
Όταν μιλάμε για μεταναστευτική πολιτική, πάντοτε μπερδεύουμε το ζήτημα της εισόδου των μεταναστών σε μια εδαφική επικράτεια με το ζήτημα της συμβίωσης. Τις περισσότερες φορές μένουμε σε μια στενή διοικητική οπτική που αφορά τη ρύθμιση του δικαιώματος εισόδου. Παρ’ όλα αυτά, η πρόκληση που τίθεται σε κάθε πολυπολιτισμική κοινωνία είναι να συνενώσει τα άτομα και τις ομάδες που την αποτελούν με ένα κοινό σχέδιο συμβίωσης. Πως όμως μπορούμε να οικοδομήσουμε μία νέα συλλογική ταυτότητα;
Εδώ είναι που μπαίνει η συζήτηση περί πολυπολιτισμικότητας: δεν είμαι δογματικός και δεν υπερασπίζομαι μα αφηρημένη ιδέα. Γνωρίζω ότι έχει ανοίξει μια συζήτηση, τόσο θεωρητική όσο και πολιτική σχετικά με την πολυπολιτισμικότητα. Αλλά γεγονός είναι ότι οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες συνιστούν την πραγματικότητά μας είναι και ο καλύτερος τρόπος να την αντιμετωπίσουμε είναι να την ορίσουμε. Αν με τον όρο πολυπολιτισμικότητα εννοούμε μια κοινωνία, όπου ο καθένας θα είναι κλεισμένος μέσα στην πολιτισμική του κοινότητα, χωριστά από τις υπόλοιπες, αυτό η ιδέα μοιάζει πιο πολύ με τον κοινοτισμό και την απορρίπτω κατηγορηματικά. Αυτό που καταλαβαίνω εγώ ως πολυπολιτισμικότητα είναι μια πολυεθνική κοινωνία αποτελούμενη από διάφορες ομάδες με διαφορετική πολιτιστική ταυτότητα, που αναγνωρίζει στον καθένα το δικαίωμα να ανήκει σε περισσότερες από μία κουλτούρα, γιατί όλοι μας ανήκουμε σε πολλές και διάφορες πολιτισμικές ομάδες. Μια κοινωνία οργανωμένη με τρόπο που να τους επιτρέπει να είναι εμφανείς και ενθαρρύνει την αμοιβαία τους κατανόηση.
Λέγεται ότι η Ολλανδία και κατά δεύτερο λόγο η Μεγάλη Βρετανία αντιπροσωπεύουν την αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας. Κάνουμε λάθος αν θεωρήσουμε την ολλανδική ως μία ανοιχτή κοινωνία. Στην πραγματικότητα είναι μια κοινωνία αδιάφορη. Πιστέψαμε ότι εκεί η πολυπολιτισμiκότητα πέτυχε, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η κοινωνία είναι οργανωμένη πάνω σε δύο στυλοβάτες, έναν προτεσταντικό και έναν καθολικό, που επιμένουν να αγνοούν ο ένας τον άλλο. Καθένας ζει τη ζωή του χωρίς να ρίχνει μια ματιά στον άλλον… Υπήρχε η αντίληψη ότι αρκούσε να προστεθεί στην παραδοσιακή δομή και ένας στυλοβάτης μουσουλμανικός. Και οι μουσουλμάνοι ζούνε τη ζωή τους. Αυτή η αδιαφορία για τον άλλο, χαρακτηριστική της ολλανδικής κοινωνίας συνοδεύεται ταυτόχρονα από έναν πού έντονο κομφορμισμό, στα όρια του κοινωνικού ελέγχου. Όταν περπατάω στην Ολλανδία πάντοτε μου κάνει εντύπωση που τα σπίτια δεν έχουν κουρτίνες. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας οφείλει να είναι όπως όλοι οι άλλοι. Αυτός που τραβάει τις κουρτίνες έχει κάτι να κρύψει. Όταν εμφανίστηκαν οι κοινωνικές εντάσεις, η συναίνεση εξερράγη και αυτό το ξέσπασμα ήταν τόσο βίαιο που όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Τότε οι άνθρωποι ανακάλυψαν πόσο αγνοούσαν ο ένας τον άλλον. Αλλά η βία ήταν πια εδώ. Όταν η Ajax του Άμστερνταμ, η ποδοσφαιρική ομάδα που ιδρύθηκε και υποστηρίχθηκε από Εβραίους παίζει στο Ρόττερνταμ, ακούμε στις κερκίδες τους οπαδούς της Fayenoord να κάνουν θορύβους που μιμούνται τις πόρτες των θαλάμων αερίων καθώς ανοιγοκλείνουν! Η βία των χούλιγκαν σε αυτή τη χώρα είναι κάτι το απίστευτο. Σίγουρα αυτή η κοινωνία δεν είναι μόνον αυτό, ξέρει να είναι και μια κοινωνία πολύ ζεστή. Αν όμως μια κοινότητα είναι κλειστή, περιστοιχισμένη από άλλες κοινότητες, γίνεται συνώνυμη της άρνησης. Όταν κάτι δεν λέγεται με τ’ όνομά του, το ασυνείδητο οργανώνεται γύρω από αυτή την άρνηση: τότε καθένας αντιδρά πρωτόγονα και λέει «όχι!». Καθώς τα πάντα ήταν απωθημένα, τη στιγμή που οι συγκρούσεις οξύνθηκαν, οι Ολλανδοί ανακάλυψαν ότι αγνοούσαν για τους άλλους τα πάντα: στην πραγματικότητα οι άλλοι δεν τους ενδιέφεραν. Η Ολλανδία δεν αντιπροσωπεύει την αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας, αλλά την αποτυχία της απώθησης της πολυπολιτισμικότητας. Είναι μια κοινωνία της αδιαφορίας.

Προς ένα Ευρωπαϊκό Ισλάμ;
Δεν είναι τυχαίο που σήμερα πολλές αντιπαραθέσεις γύρω από τον πολιτιστικό πλουραλισμό των κοινωνιών μας εστιάζονται στο ζήτημα του Ισλάμ. Υπάρχει μια αντιδικία με ιστορικό βάρος, ανάμεσα στη χριστιανοσύνη, για καιρό πλειοψηφική στην Ευρώπη, και στο Ισλάμ, του οποίου οι τελευταίες ιστορικές περίοδοι σφραγίστηκαν από την αποικιοκρατία και την κατάργησή της. Ειδικά για τη Γαλλία βασικό ρόλο έπαιξε ο πόλεμος της Αλγερίας. Οι διεθνείς εντάσεις που σχετίζονται με την τρομοκρατία αναφέρονται στο ισλάμ, η ισραηληνο-παλαιστινιακή σύγκρουση και οι πόλεμοι Ιράκ και Αφγανιστάν συνδέονται και αυτοί με το ισλάμ. Στον μουσουλμανικό κόσμο, η αποτυχία του εθνικισμού και ειδικά του αραβικού εθνικισμού, άφησε στη θέση του μια «επανισλαμοποίηση» των κοινωνιών. Για τους μετανάστες, το ισλάμ φαντάζει ως η πηγή μιας ταυτότητας κατάλληλης για ν’ αποζημιώσει την εύθραυστη και ανασφαλή κοινωνική τους κατάσταση. Είναι επίσης καταφύγιο απέναντι σε ξενόφοβες και ρατσιστικές αντιδράσεις. Οπωσδήποτε αρνούμαι κατηγορηματικά να ερμηνεύσω αυτά τα φαινόμενα με ισοπεδωτικό τρόπο, με αντιλήψεις για ανώτερη και κατώτερη κουλτούρας και για πόλεμο πολιτισμών . Αντίθετα είμαι με αυτούς που θεωρούν ότι σήμερα γεννιέται ένα ευρωπαϊκό ισλάμ. Δεν αντιλαμβάνομαι λοιπόν την δαιμονοποίηση του Ταρίκ Ραμαντάν2 που προσπαθεί ακριβώς να προσδιορίσει αυτό το ευρωπαϊκό ισλάμ, παρά τις αντιφάσεις που έχει και ο ίδιος. Το ισλάμ είναι σήμερα παρόν στην Ευρώπη: Στην Ήπειρό μας υπάρχουν περισσότεροι μουσουλμάνοι παρά Ολλανδοί.
Πάντοτε αγωνίστηκα για μπορούν οι Μουσουλμάνοι να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και να έχουν τζαμιά…Αυτό όμως απαιτεί ο πλουραλισμός των κοινωνιών μας και οι ατομικές ελευθερίες να είναι σεβαστές από όλους: η ελευθερία ν’ ακολουθείς τη θρησκεία σου, η να προβάλλεις αιτήματα σχετικά με την ταυτότητα, είναι ίδια με την ελευθερία να μπορείς ν’ αλλάξεις θρησκεία, η να μην είσαι θρησκευόμενος, η να μπορείς να χειραφετηθείς από την ομάδα προέλευσής σου. Γι αυτό δεν καταλαβαίνω αυτούς που διαλέγουν μόνο την εκδοχή της ελευθερίας που τους βολεύει. Μερικοί μουσουλμάνοι θα θέλανε να επεκτείνουν παντού τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας με μία και μοναδική κουλτούρα και με κυρίαρχη τη μουσουλμανική θρησκεία, όπως και κάποιοι υποτιθέμενοι «κοσμικοί» που χρησιμοποιούν την κοσμικότητα ως πολεμική μηχανή κατά του ισλάμ και συγχέουν τις οικουμενικές αξίες με ένα είδος πολιτιστικού κομφορμισμού με χαρακτηριστικά παραδοσιακά και κυρίαρχα στη Δύση. Για μένα και οι δύο είναι το ίδιο φανατικοί.
Για παράδειγμα ήμουν αντίθετος με τον νόμο κατά της μαντίλας στη Γαλλία. Νομίζω ότι περιόριζε τις ατομικές ελευθερίες σε μεγάλο βαθμό, ότι φόρτωνε μεγάλο βάρος στους ώμους των νεαρών κοριτσιών που ήθελαν να τη φορέσουν. Αυτός ο νόμος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νόμος εξαίρεσης και αποκλεισμού. Δίνει έμφαση σε μία ενδυματολογική συμπεριφορά, της οποίας η σημασία είναι πολύ αμφιλεγόμενη: άλλοι βλέπουν σε αυτήν το σύμβολο της γυναικείας υποταγής, άλλοι την επιβεβαίωση μιας ελεύθερης επιλογής, ακόμη και μέσο κάποιας χειραφέτησης. Οφείλω να το πω, είναι προς τιμήν των νέων μουσουλμάνων κοριτσιών στη Γαλλία που στη μεγάλη τους πλειοψηφία αποδέχτηκαν αυτή την απαγόρευση, πράγμα που προς το παρόν βοήθησε να αποδραματοποιηθεί η κατάσταση. Η χρήση της μαντίλας ξεσήκωσε τόσο ζωηρά πάθη, γιατί δείχνει να αγγίζει μια θεμελιώδους αξία: την ισότητα ανδρών και γυναικών. Είναι αυτονόητο ότι αυτή την αξία πρέπει να την υπερασπιστούμε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Στον οικονομικό τομέα όσο και στην πολιτική, αλλά και στην καθημερινή ζωή, στη συμμετοχή στις δουλειές του νοικοκυριού, οι κοινωνίες μας είναι κάθε άλλο παρά άμεμπτες. Πραγματικά, στις οικογενειακές συνήθειες ορισμένων κοινωνικών ομάδων που προέρχονται από τη μετανάστευση, συχνά μουσουλμάνων, υπάρχει η βούληση να κρατήσουν τις γυναίκες υπό έλεγχο. Στη Φραγκφούρτη είχαμε ανάγκη από παιδαγωγούς στους παιδικούς σταθμούς, και θέλαμε να κάνουμε προσλήψεις και από νεαρές κοπέλες τουρκικής καταγωγής. Πολλοί γονείς απαγόρευαν στα κορίτσια να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Ξέσπασαν πολύ σκληρές διαμάχες για το δικαίωμα των νέων ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι για τη ζωή τους. Το χειρότερο είναι οι εξαναγκαστικοί γάμοι: θα θυμάμαι πάντα εκείνη τη νεαρή κοπέλα των δεκαπέντε – δεκαέξι χρονών που μου είπε: “ Μου έχουν βγάλει εισιτήριο για την Τουρκία, θέλουν να με παντρέψουν!” Χρειάστηκε να την κρύψουμε, παράνομα. Είναι αφέλεια να προσποιούμαστε ότι οι εξαναγκαστικοί γάμοι δεν υπάρχουν. Αυτή η πρακτική υπάρχει, πρέπει να την πολεμήσουμε, και να υποστηρίζουμε διαρκώς τα ατομικά δικαιώματα, ιδιαίτερα οι γυναίκες. Σίγουρα υπάρχει εξέλιξη στις νοοτροπίες και μάλιστα γρήγορη. Τα φιλμ του Φαχτί Ακίν, ιδιαίτερα το «Ποτέ Μαζί» και το «Από την άλλη πλευρά του ουρανού» προβάλλουν αυτή την χειραφετημένη νέα γενιά και τους αγώνες που πρέπει να κάνει.
Αυτό που σηματοδοτεί το κοινωνικό άνοιγμα με τον καλύτερο τρόπο είναι , κατά τη γνώμη μου, οι μικτοί γάμοι. Σχετικές επιφυλάξεις υπάρχουν και από τις δύο πλευρές. Θυμάμαι την αντίδραση ενός φιλελεύθερου μεγαλοδημοσιογράφου που μου έλεγε: «Αν ο γιος σου παντρευτεί μουσουλμάνα, τι θα κάνεις;» Όταν του απάντησα ότι δεν είχα πρόβλημα και ότι θα είχα τη βαθιά πεποίθηση ότι αυτή ήταν η επιλογή του, εκείνος φάνηκε ότι κυριολεκτικά αρρώσταινε με την ιδέα, ότι ένα από τα παιδιά του θα μπορούσε να παντρευτεί μετανάστη. Οι δισταγμοί για τους μικτούς γάμους υπάρχουν τόσο από τη μεριά των μεταναστών, όσο και από τη μεριά των κοινωνιών υποδοχής.
Δε θέλει συζήτηση ότι τα πράγματα συνδέονται: Αν δώσουμε στο ισλάμ τη θέση που του αναλογεί στην Ευρώπη, θα έχουμε μεγαλύτερο πλεονέκτημα για να διεκδίκησουμε τα ατομικά δικαιώματα που έρχονται σε ρήξη με τις θρησκευτικές και οικογενειακές παραδόσεις. Ο αγώνας για τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι αγώνας ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτιστικές ταυτότητες.
Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα του ευρωπαϊκού ισλάμ δεν αφορά μόνο ποια θέση που πρέπει να δώσουμε σε ένα ισλάμ μειοψηφίας στο εσωτερικό μιας χώρας κατά πλειοψηφία χριστιανικής – καθολικής η προτεσταντικής -που στο πέρασμα του χρόνου σιγά σιγά αποχριστιανίστηκε όχι μάλιστα στον ίδιο βαθμό. Αφορά επίσης και τη θέση που έχουν στην Ευρώπη χώρες κατά πλειοψηφία μουσουλμανικές όπως η Βοσνία, το Κόσοβο, η Αλβανία και φυσικά η Τουρκία. Είναι ξεκάθαρο ότι οι αντιρρήσεις που εκδηλώνονται στην Ευρώπη σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας οφείλονται κατά μεγάλο μέρος στο ζήτημα του ισλάμ.
Η πρώτη συμφωνία σύνδεσης με την Τουρκία χρονολογείται από το 1963. Η διαδικασία της Τουρκίας προς τον εκδημοκρατισμό είναι συνδεδεμένη με αυτήν, γιατί το όνειρο για την Ευρώπη αποτελεί κινητήρια δύναμη, αν και σίγουρα έχει ακόμη μπροστά της να κάνει πολύ δρόμο σε σχέση με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από το 1996 ήμουν πρόεδρος της μικτής επιτροπής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας του Ευρωκοινοβουλίου, και είχα να κάνω με μεγάλες διενέξεις ανάμεσα στις δύο πλευρές , συγκεκριμένα σε σχέση με την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και τη σύγκρουση με τους Κούρδους. Σε αυτά τα δύο θέματα διαπίστωσα ότι υπάρχει δυνατότητα για θετικά βήματα, σίγουρα πολύ αργά σε σύγκριση με τις δικές μου επιθυμίες , αλλά πραγματικά. Πράγματι στο πρώτο ζήτημα το Σεπτέμβριο του 2008 η έκκληση με πρωτοβουλία Τούρκων διανοουμένων και συνδικαλιστών να αναγνωρίσει η Τουρκία τις ευθύνες της για τις σφαγές του 1915 ήταν πράξη θάρρους και σημάδι ελπίδας: άλλωστε ως τέτοιο χαιρετίστηκε από πολλούς Αρμένιους της Τουρκίας αλλά και της διασποράς. Έτσι και αλλιώς το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας δεν θα τεθεί συγκεκριμένα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια και θα τεθεί σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα έχει αλλάξει και η ίδια. Πολλοί λόγοι γεωπολιτικοί και οικονομικοί συνηγορούν γι αυτή την ένταξη, ιδιαίτερα ο κρίσιμος ρόλος που μπορεί να παίξει η Τουρκία στη διαφοροποίηση και εξασφάλιση του ενεργειακού μας εφοδιασμού. Εν τούτοις υπάρχει και άλλη μία μεγάλη πρόκληση: Η στάση της Ευρώπης απέναντι στο ισλάμ. Έχω συναίσθηση πόσο διαφορετικοί είναι οι Άραβες από τους Τούρκους και ότι υπάρχει βαριά κληρονομιά συγκρούσεων ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και τους κληρονόμους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αλλά ο μουσουλμανικός κόσμος παρατηρεί την Ευρώπη και αναρωτιέται αν είμαστε έτοιμοι να εντάξουμε την Τουρκία. Πως ορίζει τον εαυτό της η Ευρώπη πολιτικά και πολιτιστικά; ως ένα ιουδαιοχριστιανικό κλαμπ; Πρόκειται για μοναδική ιστορική ευκαιρία αλλά και ευθύνη χωρίς προηγούμενο: η Ευρώπη να δείξει ότι είναι ένας χώρος ειρήνης, που δεν συγχέει την πολιτική με την πολιτιστική ταυτότητα, εντάσσοντας στους κόλπους της μια μεγάλη μουσουλμανική χώρα. Θα την αδράξουμε αυτή την ευκαιρία;
Άλλωστε όταν ο Νικολά Σαρκοζύ καλείται στη Συρία για να παραστεί σε μια τετραμερή συνάντηση κορυφής, συναντά τον πρωθυπουργό της Τουρκίας. Εκεί μπορεί να συνειδητοποιήσει τον κρίσιμο ρόλο που παίζει η Τουρκία για την ειρήνη της περιοχής, παρά την δηλωμένη αντίθεσή του για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα η διπλωματία προσπαθεί να βρει τρόπο να διασφαλίσει τα σύνορα ανάμεσα στη Λωρίδα της Γάζας και την Αίγυπτο. Προβλέπεται η εγκατάσταση μιας διεθνούς δύναμης. Αλλά η Αίγυπτος δεν θα ήθελε μη μουσουλμάνους στα σύνορά της με τη Γάζα. Μια διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να στείλει εκεί Τούρκους και Βόσνιους. ..Βάζω στοίχημα ότι σε λίγο καιρό ο Νικολά Σαρκοζύ θα έχει συνάψει τόσο στέρεες διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία, ώστε θ’ αλλάξει στάση σχετικά με την ένταξη αυτής της χώρας στην Ε.Ε.
Τέλος πρέπει να διευκρινίσω ένα πράγμα: μια πολυπολιτισμική κοινωνία δεν συρρικνώνεται σε μια κοινωνία πολυθρησκευτική. Σίγουρα η θρησκεία είναι ένας ισχυρός παράγων ταυτότητας και για πολλούς ανθρώπους είναι αυτό που δίνει βαθύ νόημα στη ζωή τους. Αλλά το ζήτημα της συμβίωσης πολλών θρησκειών δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές μιας κοινωνίας βασισμένης στην διαφορετικότητα. Η Ευρώπη σήμερα δεν είναι πια μόνο ιουδαιοχριστιανική. Υπάρχει μια δημόσια σφαίρα που αυτοπροσδιορίζεται με τρόπο εξωθρησκευτικό, και όπου εκδηλώνονται πολυπληθείς λογικές ταυτότητας που δεν προέρχονται – τουλάχιστον κατά μεγάλο μέρος – από την ένταξη σε μια θρησκεία.

Το ζήτημα της ταυτότητας
Πράγματι η πολυπολιτισμική κοινωνία συχνά ανακινεί πολύ ισχυρά φαινόμενα επιβεβαίωσης της ταυτότητας. Μέσα σε κοινωνίες που ανασυγκροτούνται υπάρχει συχνά ένας δυϊσμός ανάμεσα στην επιθυμία για επιβεβαίωση της ταυτότητας που ήδη έχει κάποιος άνθρωπος και στην ανάγκη για άνοιγμα προς τους άλλους και στην ένταξη στον κοινωνικό κορμό. Είναι οι νέοι που κοροϊδεύουν την «Μασσαλιώτιδα» για να πουν «Είμαστε διαφορετικοί» και ταυτόχρονα για να καταγγείλουν την περιθωριοποίησή τους μέσα στη γαλλική κοινωνία. Είναι όμως οι ίδιοι που γιορτάζουν τις νίκες της εθνικής Γαλλίας κραδαίνοντας τη γαλλική σημαία, η και δύο σημαίες, τη γαλλική και τη σημαία της χώρας καταγωγής τους, την αλγερίνικη, την τούρκικη, όπως το είδα στο Στρασβούργο, στο τελευταίο Μουντιάλ. Μπορεί κανείς να βιώνει μια διπλή ταυτότητα με τρόπο θετικό και όχι με εσωτερικό διχασμό; Υποστηρίζω το υπαρξιακό ρητό που λέει «είμαστε αυτό που επιλέγουμε να είμαστε». Στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι πέρα για πέρα αυτό που επιλέγει να είναι. Η ταύτιση οικοδομείται με υλικά από πολλές και διάφορες διαθέσιμες ταυτότητες. Αυτές όμως οι ταυτότητες μπορούν ν’ αλλάξουν, είναι ποικιλόμορφες και συχνά υβριδικές.
Η χειρότερη βία είναι να κολλάει κανείς παγιωμένες ταυτότητες πάνω στους ανθρώπους, να τους απαγορεύει ν’ αλλάξουν η ακόμη και να παίζουν με αυτές. Και αντίστροφα, η άρνηση σε κάποιον της ταυτότητάς του μπορεί να βιωθεί ως βαθύ τραύμα. Για πολλούς ανθρώπους η δυσφορία σχετικά με την ταυτότητά τους πάει πολύ πέρα από τα προβλήματα λόγω μετανάστευσης, υποδηλώνει κάποιο βαθύ συμβολικό τραύμα: ο εγκλωβισμός σε μια ταυτότητα, η αντίθετα η διαγραφή της, η άρνηση αυτή η ταυτότητα να αναγνωριστεί. Είναι αλήθεια ότι είναι δύσκολο να βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις. Χρειάζεται ένα «και».Όλοι μας αποτελούμαστε από έναν απίστευτο άθροισμα διαφορετικών «και». Η επιβεβαίωση μιας ταυτότητας δεν αποκλείει το να ανήκει κανείς και σε άλλες συλλογικότητες. Στη Γαλλία οι μαύροι έχουν καταγωγή από τις Αντίλλες ή την Αφρική, πράγμα που δημιουργεί καμιά φορά εντάσεις μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να έχουν μια κοινή «μαύρη» ταυτότητα. Παρόμοια, οι μουσουλμάνοι μπορεί να έχουν καταγωγή τουρκική, αλγερίνικη η από τις Κομόρες αλλά να έχουν ταυτόχρονα μια κοινή θρησκευτική αναφορά.
Η Ευρώπη παίζει βασικό ρόλο σε αυτό τον επανακαθορισμό των ταυτοτήτων, γιατί σπάει τον κλοιό των παγιωμένων εθνικών ταυτοτήτων, τις σχετικοποιεί, χωρίς να τις εξαλείφει. Η Ευρώπη μας διδάσκει να χρησιμοποιούμε το «και». Είμαστε Γάλλοι, Γερμανοί, Λιθουανοί και κάτι παραπάνω. Η αναδίπλωση, η επιλογή μιας ταυτότητας που αποκλείει όλες τις άλλες, είναι συχνά δεμένη με την αγωνία, το φόβο και την αβεβαιότητα. Παράδειγμα οι εβραϊκές κοινότητες: κανείς σήμερα δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη διπλή ταυτότητα αυτών των κοινοτήτων. Αν όμως επιστρέψει ο φόβος, επιστρέφει και η αναδίπλωση. Ο ευρωπαϊκός ιουδαϊσμός είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένος με το Ισραήλ, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτόν τον δεσμό: ο ευρωπαϊκός ιουδαϊσμός είναι η Διασπορά. Αλλιώς δεν είναι κανείς παρά ένας Εβραίος Ισραηλινός, με όλες τις αξίες μιας εθνικής ταυτότητας αλλά και με τους περιορισμούς της και μερικές φορές- αλίμονο- με τη φρίκη της.
Η πρώην Γιουγκοσλαβία είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα για όλα μας τα σφάλματα και συχνά για τα τραγικά μας λάθη. Όταν πηγαίνει κανείς στο Βελιγράδι, στο Ζάγκρεμπ η στο Σαράγιεβο, ο κόσμος λέει : «επί τέλους είμαστε Σέρβοι ή Κροάτες ή Βόσνιοι. Τώρα μπορούμε πια να γίνουμε και Ευρωπαίοι.» Προηγουμένως όμως θα πρέπει να συνεργαστούν σε επίπεδο περιφερειακής πολιτικής, σύμφωνα με τους όρους που έχει βάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη επιτρέπει το άνοιγμα αυτών των κλειστών ταυτοτήτων. Αυτό παίρνει καιρό. Για να ενταχθούν αυτές οι χώρες στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένες να διανύσουν μέσα σε πέντε χρόνια το δρόμο που η γαλλογερμανική συμφιλίωση πραγματοποίησε μέσα σε σαράντα. Για τη Σερβία και τις άλλες χώρες η μετάβαση πραγματοποιήθηκε μέσω της μετανάστευσης. Δεν υπάρχει οικογένεια στην πρώην Γιουγκοσλαβία που να μην έχει ένα πόδι σε κάποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μετανάστευση είναι το προγεφύρωμα που υποβοηθά δυναμικά την ευρωπαϊκή ένταξη αυτής της χώρας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει μια αμοιβαία αλληλοδιείσδυση των διαφορετικών πολιτισμών. Όμως η Ευρώπη πρέπει να πάψει να φοβάται το εθνικό ζήτημα: τα έθνη δεν κινδυνεύουν. Υπάρχει στην Ευρώπη μία αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα της διπλής ιθαγένειας που μερικές φορές, όπως στη Γερμανία παίρνει διαστάσεις υστερίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όχι: μπορεί κανείς να έχει πολλές ιθαγένειες, μερικές φορές έως και τέσσερις. Αυτό είναι δυνατό κυρίως γιατί οι άνθρωποι νιώθουν πρώτα απ’ όλα πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν είχαμε περισσότερη εμπιστοσύνη στην Ευρώπη θα είχαμε λιγότερο άγχος σε σχέση με τις διπλές και τριπλές ιθαγένειες.

Μια πολιτική αναγνώρισης της διαφορετικότητας.
Τα ζητήματα της πολυπολιτισμικότητας βρίσκονται σήμερα στην καρδιά του προβλήματος της συμβίωσης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Θίγουν πολλές πλευρές της κοινωνικής ζωής και διάφοροι άνθρωποι τα προσεγγίζουν διαφορετικά. Η πολιτική, αν και δεν ευθύνεται για όλα αυτά τα ζητήματα, πάντως έχει άμεση σχέση με πολλά από αυτά.
Πρώτα πρώτα είναι χρήσιμο να ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε για να αποκαλύψουμε αυτά τα προβλήματα. Πώς μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις κοινωνικές διακρίσεις, αν έχουμε γι αυτές μόνο μιαν ασαφή ιδέα; Πως μπορούμε να εφαρμόσουμε μια πολιτική κατά των διακρίσεων αν δεν έχουμε πλήρη εικόνα του εύρους των προβλημάτων που πρέπει να λύσουμε; Εδώ και πολλά χρόνια γίνεται στη Γαλλία μια αντιπαράθεση γύρω από τις λεγόμενες στατιστικές των εθνοτήτων. Με διάφορα προσχήματα που το θεωρώ ιδιαιτέρως εσφαλμένα, οι αρχές διαρκώς χρονοτριβούν και δεν τις θέτουν σε εφαρμογή. Και η Γαλλία δεν είναι η μόνη που το κάνει αυτό. Θυμάμαι στη Φρανκφούρτη, όταν θελήσαμε να βρούμε στατιστικά στοιχεία για τη μετανάστευση, μας εμπόδισαν. Δεν επιτρέπεται σε κανέναν ν’ αγγίξει το ζήτημα της εθνικής προέλευσης. Προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει επειγόντως να αποκτήσουμε εκείνα τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να κάνουμε σοβαρή αποτίμηση των προβλημάτων που έχουν να κάνουν με τις φυλετικές διακρίσεις, όπως και άλλες μορφές κοινωνικών διακρίσεων. Εννοείται πως δεν πρόκειται να επινοήσουμε εμείς τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν οι άνθρωποι. Πρέπει να τηρήσουμε πολύ αυστηρούς κανόνες ως προς τη χρήση προσωπικών φακέλων και να τους εξαιρέσουμε από τις έρευνες. Αντίθετα, αν πρόκειται για ανώνυμες στατιστικές βάσει δηλώσεων που κάνουν τα ίδια τα άτομα, θα έρχονταν στο φως κρυμμένα προβλήματα και θα αποκαλύπτονταν οι κοινωνικές διακρίσεις σε όλο τους το εύρος και θα βλέπαμε πόσο επείγουσα είναι η ανάγκη να τις αντιμετωπίσουμε. Από κάτι τέτοιο η πολιτική δεν θα είχε παρά μόνο κέρδος.
Νομίζω ότι είναι απαραίτητο να εφοδιαστούμε και με τα εργαλεία της διαμεσολάβησης. Ως προς τα βασικά, οι νόμοι και τα κείμενα που υπάρχουν, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι διεθνείς οργανισμοί όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρκετά για να εγγυηθούν τα ατομικά δικαιώματα και να απαγορεύσουν τις πιο ωμές παραβιάσεις. Αλλά όπως φάνηκε σε πολλές περιπτώσεις, π.χ. με την περίπτωση της μαντίλας η με τις γελοιογραφίες του Μωάμεθ, κάθε τόσο ξεσπούν συγκρούσεις μέσα στα πλαίσια της διαχείρισης της πολιτιστικής διαφορετικότητας. Τότε ο νόμος είναι υποχρεωμένος να βάλει αποφασιστικά κάπου τη διαχωριστική γραμμή, γιατί συχνά έρχονται αντιμέτωπες αρχές ισότιμης αξίας: ατομική ελευθερία και ισότητα, ελευθερία της έκφρασης και σεβασμός του “άλλου”. Μερικές φορές νέοι νόμοι είναι απαραίτητοι για να εξασφαλιστεί ένα πλαίσιο λειτουργίας η να μεταφραστεί μία αρχή. Οι Καναδοί έχουν επεξεργαστεί κάποιους μηχανισμούς με το όνομα « λογικές διευθετήσεις», που δίνουν το προβάδισμα στη διαμεσολάβηση. Θα έχουμε να κερδίσουμε αν εμπνευστούμε κι εμείς από το παράδειγμά τους. Τον Μάϊο του 2008, σε μια έκθεση του φιλοσόφου Charles Taylor και του κοινωνιολόγου Gerard Bouchard, μετά από μεγάλη δημόσια διαβούλευση σε ολόκληρο το Κεμπέκ, επισημαίνονται με εμπεριστατωμένο τρόπο αυτές οι διαδικασίες. Πρόκειται για τη δυνατότητα να επιτρέπονται συμβιβασμοί ανάμεσα στις διεκδικήσεις των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων με ταυτόχρονη εγγύηση των ατομικών ελευθεριών στο μέγιστο βαθμό και με ένα αποδεκτό κοινωνικό κόστος, χωρίς να χρειάζεται προσφυγές στα δικαστήρια. Τα δικαστήρια είναι αναγκαία μόνον όταν οι λογικές διευθετήσεις αποτύχουν. Στην πραγματικότητα αυτή η διαδικασία επέτρεψε την ρύθμιση μιας αντιδικίας γύρω από το hidjab3σε ένα ιδιωτικό κολέγιο, ρυθμίσεις για τον σεβασμό των διατροφικών απαγορεύσεων σε νοσοκομεία και παιδικούς σταθμούς, η σε συγκρούσεις γειτόνων, με τρόπο που άφησε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αρκετά ικανοποιημένα. Χρειάζεται λοιπόν να εξετάζουμε κάθε προβληματική κατάσταση μία προς μία, ακόμη και σε περιπτώσεις που τα πράγματα οι διακανονισμοί είναι προσωρινοί και τα προβλήματα μπορεί να προκύψουν πάλι, όπως στην περίπτωση του kirpan (μαχαιριού ιεροτελεστίας ) που κρατούν επάνω τους οι νεαροί Σιχ.
Τελικά οι μειονότητες έχουν το πρόβλημα ότι δεν είναι αρκετά ορατές μέσα στις κοινωνίες μας. Υπάρχει ένα θέμα γύρω από τη συμβολική τους θέση. Όσο πιο πολλοί είναι οι εκπρόσωποι των μειονοτήτων στην κοινωνία, που συμβολίζουν αυτή την ποικιλομορφία σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο, τόσο πιο πολύ αυτή γίνεται αποδεκτή. Προσέξτε πόσες ελπίδες γεννήθηκαν σε όλη την ανθρωπότητα με την υποψηφιότητα και την εκλογή του Ομπάμα. Χωρίς αμφιβολία σε αυτό το σημείο οι κοινωνίες μας είναι πιο προχωρημένες από τους θεσμούς μας, ιδιαίτερα τους πολιτικούς μας θεσμούς. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπόρεσαν να εκλέξουν έναν Ομπάμα, είναι και γιατί αυτή η χώρα τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει αλλάξει πολύ, μέχρι και στις ηγετικές ελίτ. Εδώ το βασικό σημείο είναι ο τρόπος με οποίο μια κοινωνία αυτοπαρουσιάζεται και έχει αντίληψη του εαυτού της. Στην Ευρώπη είμαστε ακόμη μακριά, αν και βλέπουμε δειλά βήματα προόδου. Στη Γερμανία έχουμε τώρα πια πολλούς βουλευτές τουρκικής καταγωγής, μεταξύ των οποίων και ο Τζεμ Εζντεμίρ, που πρόσφατα ορίστηκε γενικός γραμματέας των Πρασίνων. Για τη θέση των γυναικών στην πολιτική αντιπροσώπευση, και για το θέμα των μειονοτήτων η Γαλλία έχει πάρει κόκκινη κάρτα. Αν και σήμερα εμφανίζονται σε κυβερνητικές θέσεις διάφορες προσωπικότητες μειονοτικής καταγωγής, η διαφορετικότητα πασχίζει ακόμα να σπάσει το φράγμα της πολιτικής αντιπροσώπευσης μέσα στη χώρα μας, με εξαίρεση κάποια δειλά βήματα προόδου στα δημοτικά συμβούλια. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για θεωρητική συζήτηση: έχει να κάνει με τη συνοχή της ίδιας μας της κοινωνίας.

Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να θεσμοθετήσουμε υποχρεωτικούς μηχανισμούς θετικών διακρίσεων, να νομοθετήσουμε ποσοστώσεις, όπως κάναμε για τις γυναίκες με το νόμο περί ισότητας των φύλων; Δεν είμαι υπέρ. Κάτι τέτοιο θα ομαδοποιούσε υποχρεωτικά τους ανθρώπους σε κατηγορίες, σύμφωνα με την καταγωγή η το χρώμα του δέρματός τους. Αντίθετα υποστηρίζω ότι τα πολιτικά κόμματα πρέπει πάρουν πρωτοβουλίες σε αυτό το θέμα σε εθελοντική βάση. Πολλές επιχειρήσεις, σε συμφωνία διεύθυνσης και συνδικαλιστικών οργανώσεων, έχουν υπογράψει μια χάρτα υπερ της διαφορετικότητας. Άλλο παράδειγμα: Η Αμερικανική Ένωση Ημερήσιου Τύπου (ΝΑΑ), εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια, χωρίς να καταφύγει σε υποχρεωτικούς κανόνες, έχει πετύχει μια ισορροπία ανδρών-γυναικών μέσα στις συντακτικές επιτροπές και στη συνέχεια έχει ξεκίνησε μια παρόμοια διαδικασία για την πρόσληψη δημοσιογράφων με καταγωγή από τις γνωστές μειονότητες. Γιατί να μην κάνουμε το ίδιο και για τον πολιτικό κόσμο; Οι θεσμικές αλλαγές ως προς τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής αντιπροσώπευσης θα απέδιδαν πολλά οφέλη: Πότε θα δώσουμε επί τέλους δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες -αδιακρίτως εθνικότητας- που είναι μόνιμοι κάτοικοι; Και τέτοια μέτρα είναι αρκετά; Κανείς δεν μπορεί να το πει. Είναι πάντως αναγκαία. Ύστερα θα δούμε αν θα πρέπει να προχωρήσουμε πιο πέρα και πως.

Δεν είναι μόνο η πολιτική αντιπροσώπευση. Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι επίσης πολύ σημαντικός, πρώτα απ’ όλα μέσω των στερεοτύπων που διαμορφώνουν. Πολύ συχνά είναι υποτιμητικά, ενώ συχνά παρασύρονται σε σχεδόν συνεχείς γενικεύσεις που ταυτίζουν το ισλάμ και τους μετανάστες με την τρομοκρατία. Αλλά και στο δημόσιο λόγο παρατηρούνται απαξιωτικές υπερβολές και μάλιστα από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που άλλοτε υπήρξε Υπουργός Εσωτερικών. Αυτός ο τρόπος ομιλίας – “αποβράσματα”- νομιμοποιούν έναν ρατσισμό της καθημερινότητας και εντείνουν τα φαινόμενα αναδίπλωσης. Η συμπεριφορά της αστυνομίας στις γειτονιές είναι μεροληπτική και ρίχνει σκιές μόνιμης υποψίας πάνω σε ορισμένα άτομα, ιδιαίτερα στους νέους. Το κυνήγι των μεταναστών χωρίς χαρτιά, που διαφημίζεται ως ένας μείζων στόχος της κυβερνητικής δράσης, το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας που απέκτησε και υπουργείο -πρωτιά στην Ευρώπη!- στιγματίζουν όλους τους μετανάστες και τα παιδιά τους. Όλα αυτά δημιουργούν μια απαίσια ατμόσφαιρα καταπίεσης και ρατσισμού, στους αντίποδες αυτού που πρέπει να κάνουμε: να δώσουμε σε αυτούς τους ανθρώπους σιγουριά, ουσιαστική θέση μέσα στην κοινωνία, να τους αναγνωρίσουμε ως πλήρη υποκείμενα. Αυτό περνάει και μέσα από δημόσιες πράξεις αναγνώρισης, ιδιαίτερα σε σχέση με τραυματικές μνήμες, κυρίως τις μνήμες της αποικιοκρατίας. Μια επίσημη αναγνώριση των ευθυνών της Γαλλίας στην καταστολή της διαδήλωσης του Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας (FLN) στις 17 Οκτωβρίου του 1961, που είχε πολλούς νεκρούς, θα ήταν ήδη ένα σημαντικό βήμα.
Αυτή η ευθύνη αναλογεί σε κάθε χώρα, αλλά είναι και ευθύνη ευρωπαϊκή. Χρειάζεται οπωσδήποτε μια ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης, γιατί μόνο σε ευρωπαϊκή κλίμακα μπορούν να τεθούν αυτά τα ζητήματα με σωστό τρόπο. Πρέπει όμως να ομολογήσω ότι η Ευρώπη δεν έχει δεσμευτεί όσο πρέπει σε αυτό το θέμα. Όταν παρουσιάστηκε στο Ευρωκοινοβούλιο η Οδηγία “Επιστροφή”- οι κοινωνικές ενώσεις την έχουν βαφτίσει “Οδηγία της Ντροπής”,- που οργανώνει την επιστροφή των μεταναστών που μπήκαν παράνομα στις ευρωπαϊκές χώρες, και που τελικά υιοθετήθηκε από την πλειοψηφία του σώματος, συμπεριλαμβανομένων και των περισσότερων από την ομάδα των σοσιαλιστών, ντράπηκα για λογαριασμό της Ευρώπης. Αυτή η Ευρώπη δίνει σήμερα στον κόσμο την ολέθρια εικόνα ενός πολιορκημένου φρουρίου. Είναι ανάγκη να αναστρέψουμε εντελώς τη φορά των πραγμάτων. Πρόκειται και για θέμα ρεαλισμού. Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο μόνιμο.
Η μεταναστευτική πολιτική ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με το Υπουργείο Εσωτερικών, με τους ελέγχους, με τους κανονισμούς. Δεν υπήρξε ποτέ μια πολιτική με συνείδηση των μετασχηματισμών της κοινωνίας, που να δίνει ουσιαστική διαμεσολαβητική ευθύνη στον πολιτικό κόσμο. Επικράτησε η νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία το μεταναστευτικό ζήτημα αφορά απλώς και μόνο τη διατήρηση της δημόσιας τάξης. Σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες αν κάτι συμβολίζει την αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής για την κοινωνική ένταξη, αυτό είναι το σχολείο. Η αλλαγή του ρόλου του σχολείου ποτέ δεν μελετήθηκε με ριζοσπαστικό τρόπο: ο ρόλος του θεσμού καθώς και ο ρόλος των διδασκόντων πρέπει ν’ αλλάξει, αφού έχει να κάνει με παιδιά που έρχονται από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Δεν αρκεί να πούμε ότι η κοινωνική τους ένταξη περνά μέσα από το σχολείο. Στην δημοτική παράταξη του Δήμου Φρανκφούρτης δεν είχαμε φανταστεί μέχρι ποιο σημείο είναι σημαντικός ο ρόλος της γλώσσας για την κατανόηση των κοινωνικών κωδίκων. Στη Γαλλία σε επίπεδο προφορικού λόγου διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα. Η κατάκτηση όμως του γραπτού λόγου έχει αποφασιστική σημασία και εκεί υπάρχουν θεαματικές διαφορές, ανάλογα με την ομάδα από την οποία προέρχεται ο καθένας. Αυτό το πρόβλημα πολύ συχνά υποβαθμίζεται συστηματικά: εν τούτοις χωρίς γλωσσική ένταξη δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τη χρησιμοποίηση των μαθημάτων γλώσσας ως όρου εισόδου στην Ε.Ε. Οι μετανάστες χωρίς να διαθέτουν τα μέσα για να κάνουν αυτά τα μαθήματα, προστίθενται στην μακριά ουρά των εγκαταλειμμένων από την κοινωνία. Δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Η πολιτική ισότητας πρέπει να τέμνει εγκάρσια όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Π.χ. αφορά τόσο τον πολιτισμό όσο και την κλασική πολιτική κοινωνικής πρόνοιας. Μεταναστευτική πολιτική σημαίνει πολιτική που αναζητά τρόπους για να επιτύχει την ισότητα.
Σήμερα το διακύβευμα της πολυπολιτισμικότητας είναι να αποφασίσουμε αν θέλουμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία ανοιχτή η σε μια κοινωνία κλειστή. Η διαφορετικότητα (και ο σεβασμός προς αυτήν) είναι ένα από τα θεμέλια της δημοκρατίας. Είναι επίσης και μία από τις βασικές αρχές της πολιτικής οικολογίας. Γι αυτό βλέπω την πολιτιστική διαφορετικότητα ως αξία και όχι ως φορτίο. Η πολυπολιτισμική κοινωνία δεν είναι όραμα ουτοπικό: είναι πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα με την οποία πρέπει να δουλέψουμε. Η ουτοπία που προτείνω είναι απολύτως πραγματοποιήσιμη, είναι η ουτοπία της ανοιχτής κοινωνίας, όπου όλοι αισθάνονται ότι βρίσκονται στον τόπο τους.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: