Μπαρούτι για την Επανάσταση!

26/03/2014

Μια επίσκεψη στο Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης της Δημητσάνας: Η νεροτριβή, το Μπαρουτάδικο, ο Αλευρόμυλος, το Βυρσοδεψείο.

(για περισσότερα Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Πειραιώς )

DSCN3440

ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ

DSCN3443DSCN3465

DSCN3469

η κινητήρια δύναμη : ο Λούσιας

DSCN3455

σχεδιάγραμμα του αλευρόμυλου

 

 

 

 

DSCN3451cover_Dimitsana004.ashx

DSCN3478

το μπαρουτάδικο

DSCN3481

το μπαρουτάδικο: τα κοπάνια &το κόσκινο

DSCN3484

DSCN3472

το ταμπάκικο

DSCN3475

το ταμπάκικο

Advertisements

Ζήτω το ’21!

25/03/2014

περήφανο τσολιαδάκι (Μελίττα 1η δημοτικού)

img382το παρακάτω μακροσκελέστατο ποίημα υπήρξε η μεγάλη μου επιτυχία στο δημοτικό. Με έβαζαν και το απήγγειλλα κάθε χρόνο- μέχρι τελικής πτώσεως. Οι γονείς δάκρυζαν, τα παιδιά χασμουριόνταν, εγώ ταξίδευα στα πελάγη.

Ματρόζος

του Γεωργίου Στρατήγη

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γερο- Καπετάνος,
που ακόμα και στον ύπνο του τον έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν τ’ αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες Πατρίδα μου χρυσή,
είναι από εκείνους που έβαλαν στη κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου άλλα,
μα κείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό την ιστορία μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίκτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
με καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του, με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

« Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
« Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ’ έξω απ’ την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που’ χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».

Πέντε – έξη ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;». «Ποιός Κωνσταντής;». «Αυτός..ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ στο υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε στο φτωχοκομείο!».

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλικαριού:
« Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δε θα φορούσαν στέμμα! ».

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να ιδεί ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει μ’ όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε, τα μάτια του μες τα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνιο εφάνηκαν με τη φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος το γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

«Δε με θυμάσαι Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…»
«Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνιο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…»
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

«Ποιος είσαι καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;».
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό.
«Πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό».
«Μήπως στη Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στη Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;».

«Απ’ έξω απ’ τη Τένεδο…πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ τη στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω, Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια..
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα,
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…»

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
και συ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλιστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρώνω από μακριά…κι οι ναύτες κι οι λοστρόμος
μ’ εξόρκιζαν να φύγουμε, τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι,
θάρρος στους ναύτες σου έδινες…δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και « Όρτσα! Μάϊνα τα πανιά! » φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε, η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σα δελφίνι γρήγορα και κείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάξανε: «Τι κάνεις Καπετάνο;»
Και ‘γω τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…»

Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
Κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε, θυμάσαι; σου φωνάζω,
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλους ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…»

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την Άνοιξη το λειώνει.


Ρούλα Καστρινάκη: ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΧΩΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ «ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ»

22/03/2014

Αντιγράφω από την ανάρτηση της φίλης μου της Ρούλας στο facebook

ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΧΩΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ «ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ»

549 - ΑντίγραφοΒλέπω την χώρα μου μπροστά στην κρίση να γλιστρά επικίνδυνα προς την διεθνή απομόνωση, τον εθνικισμό, τον λαϊκισμό, τον ρατσισμό προς κάθε είδους κοινωνική ή ιδεολογική μειονότητα. Βλέπω τις κατακτήσεις μακροχρόνιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγώνων να απαξιώνονται μέσα στην μακριά πολιτισμική νύχτα και το πρωί να με χαιρετά αλλοίμονο ένας αρχηγός, εκλεγμένος σύμφωνα με τις πρακτικές και τους νόμους της ζούγκλας.

Από πολύ καιρό τώρα επιθυμούσα να ακολουθήσω τους εξαιρετικούς οικολόγους που έφυγαν από τους ΟΠ για να σώσουν την αυτοεκτίμηση τους. Οι καιροί έγιναν ακόμα πιο δύσκολοι για τους οικολόγους.
Μετά το τελευταίο έκτακτο Συνέδριο της Θεσσαλονίκης πήρα την απόφαση μου να αποχωρίσω από το πολιτικό αυτό σχήμα. Ένας στρατός από επικίνδυνα χαμένους, πολιτικά και ιδεολογικά νέους ανθρώπους, ένας περιπλανώμενος επίδοξος αρχηγός βρήκαν κόμμα καλέστηκαν και μπήκαν για να ενωθούν τελικά με τα πιο αδρανή κοινωνικά και πολιτικά αλλά δραστήρια σε ραδιουργίες και σε ίντριγκες για εξουσίες άτομα του κόμματος.
Πέραν του κακού υπάρχει το χειρότερο. Όπως ας πούμε η ωμή βία η οποία εκδηλώθηκε με ξυλοδαρμούς, βρισιές και ρατσιστικές εκφράσεις από τις παραπάνω ομάδες.

Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.
Όχι εγώ ονειρευόμουν και πάλευα πάντα για μια ωραιότερη και δικαιότερη κοινωνία.
Για τον λόγο αυτό θα συνεχίσω να αντιτίθεμαι στον ξεπεσμό των ανθρωπιστικών ιδεωδών, στην δικαιοσύνη του πιο ισχυρού, στην απαξίωση της παιδείας και της ανθρώπινης πολιτισμικής κληρονομιάς, στον εξοστρακισμό του διαφορετικού, στην καταστροφή του δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος, στην περιφρόνηση των άλλων έμβιων όντων πάνω στη, στο άδικο μοίρασμα του πλούτου και της εργασίας πάνω στον πλανήτη.

Γιατί σαν άνθρωπος επιθυμώ να με συμπονούν όταν υποφέρω και να με παινεύουν όταν κατορθώνω.
Θα αγωνιστώ λοιπόν για την πολυτέλεια του να μπορώ να αγαπώ και να με αγαπούν για αυτό που είμαι και όχι για την αγοραστική ή ανταλλακτική μου αξία.

Μέσα στους Πράσινους δρόμους της γης θα πορεύομαι νοερά σαν ευρωπαία ενεργή πολίτης και θα δουλεύω συνειδητά στον τόπο μου μαζί με συνοδοιπόρους και συνοδοιπόρησες πάνω στον πράσινο μίτο της Αριάδνης ο οποίος θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην έξοδο του Λαβυρίνθου.
ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ.
Όμως ΔΕΝ ΜΟΥ ΠΕΡΙΣΣΕΥΟΥΝ ΔΑΚΡΥΑ.

Ρούλα Καστρινάκη Αγγελιανά Ρεθύμνου 21/03/2014


Παγκόσμια μέρα ποίησης2 : Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο: Στροφές στροφάλων (από την Ενδοχώρα)

21/03/2014

cebcceb1cf85cf81cebfcf8aceb4ceb7cf82-ceb3ceb9cf8ecf81ceb3cebfcf82-ceb1cebdceb4cf81ceadceb1cf82-ceb5cebccf80ceb5ceb9cf81ceafcebacebfmagritte3844


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ: Το Κοράκι – τoυ Edgar Allan Poe

21/03/2014

ένα ποίημα που σημάδεψε τα εφηβικά μου χρόνια…

κι ένα αριστουργηματικό φιλμάκι του Τιμ Μπάρτον, εμπνευσμένο από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόου με τη φωνή του Βίνσεντ Πράϊς

The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`’Tis some visitor,’ I muttered, `tapping at my chamber door –
Only this, and nothing more.’

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; – vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow – sorrow for the lost Lenore –
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore –
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me – filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`’Tis some visitor entreating entrance at my chamber door –
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; –
This it is, and nothing more,’

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,’ said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you’ – here I opened wide the door; –
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!’
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!’
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,’ said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore –
Let my heart be still a moment and this mystery explore; –
‘Tis the wind and nothing more!’

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door –
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door –
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,’ I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore –
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning – little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door –
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.’

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered – not a feather then he fluttered –
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before –
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.’
Then the bird said, `Nevermore.’

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,’ said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore –
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of «Never-nevermore.»‘

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore –
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.’

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,’ I cried, `thy God hath lent thee – by these angels he has sent thee
Respite – respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Prophet!’ said I, `thing of evil! – prophet still, if bird or devil! –
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted –
On this home by horror haunted – tell me truly, I implore –
Is there – is there balm in Gilead? – tell me – tell me, I implore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Prophet!’ said I, `thing of evil! – prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us – by that God we both adore –
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore –
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels name Lenore?’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!’ I shrieked upstarting –
`Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! – quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted – nevermore!


Η σημερινή εαρινή ισημερία (equinoxe)

21/03/2014

και το EQUINOXE του Jean -Michel Jarre


Πεθαίνοντας από έρωτα: Βέρθερος του Γκαίτε, του Μασσενέ και του Κάουφμανν

16/03/2014

Κάνοντάς διάσημο από τη μια μέρα στην άλλη τον 24χρονο τότε Γκαίτε, το επιστολογραφικό μυθιστόρημα «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου « ενέπνευσε μια ρομαντική μόδα στην τότε ανήσυχη νεολαία, τον «πυρετό του Βέρθερου». Οι νεαροί ντύνονταν και συμπεριφέρονταν όπως περιγράφεται ο Βέρθερος, και μάλιστα σημειώθηκαν και μερικές αυτοκτονίες, που θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κανείς «κοινωνικό μιμητισμό». Ο Βέρθερος υπήρξε έργο εμβληματικό και προδρομικό του ρομαντικού κινήματος, και αν σήμερα μια τέτοια ερωτική εμμονή μας φαίνεται ακατανόητη και παθολογική, και παρ’ όλο που και ο ίδιος ο Γκαίτε αργότερα το αποκήρυξε μαζί με ολόκληρο τον ρομαντισμό ως νοσηρό, παραμένει ο απόλυτος ύμνος του συναισθήματος απέναντ στη λογική και τις κοινωνικές συμβάσεις, του πάθους μέχρι την αυτοκαταστροφή.

Η όπερα του Μασσενέ παρουσιάστηκε στην Μετροπόλιταν Όπερα της Ν. Υόρκης  και προβλήθηκε σε High Definition σε πόλεις όλου του κόσμου, μεταξύ των οποίων και στην Αθήνα στο Μέγαρο Μουσικής, Αθήνα χτες 15/3/14. Με τον Γιόνας Κάουφμανν και την Σοφί Κός. (το απόσπασμα είναι από την παράσταση της Οpera de Bastille)


Υπέροχες γάτες

14/03/2014

CatsimagesleacatsΕυχαριστούμε Andrew Lloyd Webber! Ευχαριστούμε Badmington και Μιχάλη Αδάμ!

 


Ανθρωποι και παπάκια

14/03/2014

Η διεκδίκηση από τη μεσαία τάξη εναλλακτικής πολιτικής λύσης και Το Ποτάμι

Αντώνης Τριφύλλης, Τα Νέα, 13/03/2014

«Ενα φαινόμενο παραμένει ανεξήγητο εφόσον το φάσμα της παρατήρησης δεν είναι αρκετά ευρύ». Πολ Βάτσλαβικ

Ενας άνθρωπος πειραματίζεται με παπάκια. Κάθεται στον κήπο του στις φτέρνες και κρώζει σαν πάπια κοιτώντας γύρω γύρω. Οι γείτονες, απορημένοι, μαζεύονται στον φράχτη και τον κοιτούν. Κουνάνε την κεφαλή και μουρμουρίζουν. «Καλό παιδί, αλλά πάει, τρελάθηκε». Την ίδια ώρα, ανάμεσα στα χόρτα τα ψηλά μαζεύονται, αθέατα από τον φράχτη, παπάκια. Κοιτούν κι αυτά κι αναρωτιούνται δύσπιστα ποιος ξέρει τι. Οι άνθρωποι δεν βλέπουν τα παπάκια, μια και αυτά κρύβονται από το ψηλό γρασίδι. Και τα παπάκια κοιτούν προς τη φωνή που δεν την αναγνωρίζουν, αλλά τους είναι οικεία. Είναι φανερό ότι η συμπεριφορά του πειραματιστή ερμηνεύεται διαφορετικά από κάθε «είδος». Οι άνθρωποι, μη έχοντας τη μεγάλη εικόνα του γεγονότος, την ερμηνεύουν λάθος.

Αυτήν την ιστοριούλα διηγείται ο Κόνραντ Λόρεντς που έκανε πειράματα με παπάκια και την περιγράφει ο γνωστός ψυχολόγος της συμπεριφοράς Πολ Βάτσλαβικ στο βιβλίο «Ανθρώπινη Επικοινωνία». Αυτή την ιστοριούλα μου θύμισε η ξαφνική εμφάνιση του νέου κόμματος Το Ποτάμι. Και κυρίως οι αντιδράσεις και η πρώτη δημοσκόπηση.

Γιατί τα «παπάκια» που δεν βλέπουμε είναι οι νέοι οι οποίοι εκφράζουν με τη σιωπή και την αποχή τους από τα πολιτικά και τα κομματικά πράγματα τη δυσπιστία τους για τα παραδοσιακά κόμματα – ή και την απόρριψή τους. Είναι η δυναμική τάση της κοινωνίας που χρόνια τώρα βλέπει τα κόμματα να εστιάζουν την προσοχή τους σε άλλες ομάδες. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Διονύσης Σαββόπουλος και τα ελληνικά sixties- 50 χρόνια κομμάτια

13/03/2014

στην εκπομπή «ΕΡΕΥΝΑ» του Παύλου Τσίμα 11/3/14

Για να θυμώνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι…

0savvopoulosassets_LARGE_t_420_7625527hqdefaultsavvoTSITSANIS8tsarouchispegasus_LARGE_t_209761_105737888175228-assets_LARGE_t_942_3228782_type11586image.ashxΔόμνα168

http://www.megatv.com/erevna/default.asp?catid=33040&subid=2&pubid=33246275