Ανύπαρκτες θεωρίες και υπαρκτές παθολογίες


 

Του Σταθη Ν. Καλυβα*      ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29/9/13

ΚαλύβαςΗ «θεωρία των δύο άκρων» είναι ένα σύνθημα, ένα κλισέ με ασαφές και αντιφατικό περιεχόμενο. Θεωρία με τέτοια ονομασία δεν υπάρχει εκτός Ελλάδας, όπως δείχνει μια απλή αναζήτηση στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για ντόπια ευρεσιτεχνία, μια άκομψη απόπειρα να στιγματιστούν πρακτικές όπως ο συμψηφισμός ή η εξομοίωση της βίας των άκρων του πολιτικού άξονα.

Η εξομοίωση είναι προβληματική ως περιγραφικό εργαλείο και κοντόφθαλμη και επικίνδυνη ως πολιτικό εργαλείο, όπως φάνηκε με την πρόσφατη απόπειρα της Ν.Δ. σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Εξίσου προβληματικός είναι και ο συμψηφισμός, μια απαράδεκτη αλλά διαδεδομένη πρακτική που βρίσκει πάτημα σε βαθιά ριζωμένα παραταξιακά ένστικτα. Αν π.χ. επισημάνεις σ’ έναν οπαδό μια επιλήψιμη πρακτική που προέρχεται από τον ευρύτερο χώρο του, η απάντηση θα είναι αυτόματη: «οι εξτρεμιστές σας είναι χειρότεροι», «οι νεκροί μας είναι πιο άξιοι» κ.λπ.

Προσοχή όμως! Η επιλεκτικότητα, η αυτόματη δηλαδή διάκριση ανάμεσα σε καλές και κακές εκδοχές βίας και η αντίστοιχη ροπή προς δύο μέτρα και δύο σταθμά είναι εξίσου απαράδεκτη με τον συμψηφισμό. Υπάρχει επίσης ένα σημείο πέρα από το οποίο η διάκριση ανάμεσα στις διάφορες μορφές πολιτικής βίας είναι ιδιαίτερα προβληματική. Πολιτικά, γιατί η βία ως μέσο προώθησης πολιτικών αιτημάτων δεν έχει καμία απολύτως θέση στη δημοκρατία και ηθικά, γιατί είναι απόλυτα επιλήψιμος ο διαχωρισμός των θυμάτων της πολιτικής βίας με βάση την ταυτότητα του θύτη τους. Εχουν άραγε διαφορετική βαρύτητα οι επιθέσεις κατά των μεταναστών από τους προπηλακισμούς καθηγητών, δημοσιογράφων ή πολιτικών; Εχει μήπως άλλη «αξία» ο φόνος του Παύλου Φύσσα από αυτόν του Δημήτρη Μίχα, του Νεκτάριου Σάββα από αυτόν του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική και κάθε απόπειρα για το αντίθετο πρέπει να στιγματίζεται. Η αναζήτηση αποχρώσεων και δικαιολογιών δεν επιδιώκει βέβαια την περιγραφική ακρίβεια αλλά το πολιτικό πλεονέκτημα.

Η φιλολογία περί «θεωρίας των δύο άκρων» θα ήταν απλά γραφική αν δεν υποκαθιστούσε και παρεμπόδιζε μια πραγματική συζήτηση για την πολιτική βία στην Ελλάδα. Θα ήμασταν τυχεροί αν το πρόβλημα περιοριζόταν στην εγκληματική συμμορία που ακούει στο όνομα Χρυσή Αυγή. Η πραγματικότητα είναι πως η χώρα έχει ένα βαθύτερο πρόβλημα πολύμορφης και πολυσχιδούς πολιτικής βίας που προϋπάρχει της κρίσης.

Στη διάρκεια της πιο δημοκρατικής περιόδου του πολιτικού μας βίου, η τρομοκρατία (που προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την άκρα αριστερά) ευθύνεται για τους περισσότερους φόνους (23 αναλογούν μόνο στην 17 Νοέμβρη). Η πεζοδρομιακή βία έχει και αυτή τα ανθρώπινα θύματά της πλάι στις τεράστιες καταστροφές. Η ακροδεξιά βία μπορεί να βρίσκεται σε έξαρση αλλά δεν είναι χθεσινό φαινόμενο. Ούτε το κράτος είναι άμοιρο ευθυνών: η αστυνομία εμπλέκεται σε αρκετές αυθαιρεσίες. Την εικόνα συμπληρώνει η γηπεδική βία, ένα μακροχρόνιο πρόβλημα που σχετίζεται με την πολιτική βία και που προτιμάμε να παραβλέπουμε. Παρότι η κάθε εκδοχή έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και λογική, ευδοκιμούν όλες τους στο ίδιο έδαφος.

Η άνθηση της πολιτικής βίας στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου άσχετη από την επικράτηση ενός ιδιότυπου καθεστώτος ατιμωρησίας και ουσιαστικής αρνησιδικίας. Ο απαράδεκτος χειρισμός της Χρυσής Αυγής από την αστυνομία αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος. Θα υπενθυμίσω ένα από τα λιγοστά ποσοτικά στοιχεία που διαθέτουμε: στις 5.952 εμπρηστικές επιθέσεις από άτομα του λεγόμενου «αντιεξουσιαστικού» χώρου που καταμετρήθηκαν την περίοδο 1998 – 2010 αντιστοιχούν 20 όλες κι όλες καταδικαστικές αποφάσεις (και αυτές πιθανότατα με αναστολή). Μια αντίστοιχη καταμέτρηση για τις αστυνομικές αυθαιρεσίες μάλλον θα απέφερε εξίσου φτωχά αποτελέσματα. Και όταν δεν υπάρχει κόστος, υπάρχει κίνητρο.

Αναπόφευκτα, η συστηματική και μακρόχρονη ατιμωρησία οδηγεί στην κοινωνική αποδοχή της. Η μιντιακή ρουτινοποίηση των ναζιστών, η σιωπή για τις επιθέσεις κατά των μεταναστών ή παλαιότερα το χάιδεμα των τρομοκρατών της 17Ν είναι αδιανόητα φαινόμενα που αντιμετωπίζονται στην καλύτερη περίπτωση ως ένα δυσάρεστο αλλά αναπόφευκτο μέρος της καθημερινότητας. Με τη σιωπή μας, αποδεχόμαστε στην πράξη πως δικαιούνται να κυκλοφορούν ελεύθεροι και ανενόχλητοι οι δολοφόνοι του δεκαπεντάχρονου Χαμιντουλά Νατζαφί, οι δολοφόνοι της Μαρφίν, οι κατ’ επανάληψη εμπρηστές της Αθήνας και οι δράστες των επιθέσεων εναντίον της Κ. Κούνεβα και του Κ. Χατζηδάκη. Μέρες που είναι, ίσως να καταφέρονται και κάποιοι απ’ αυτούς εναντίον της «θεωρίας των δύο άκρων» ή να διαδηλώνουν κατά της φασιστικής βίας. Την παθολογία αυτή ευνοεί και η εμπρηστική ρητορική που ασύδοτα εκπέμπουν όχι τα άκρα, αλλά κυρίαρχα ΜΜΕ και αρκετές προβεβλημένες προσωπικότητες. Πραγματικά, έπιασε τόπο ο σπόρος που έσπειρε, με τη συνεργασία συγκεκριμένων πολιτικών, η Αυριανή τη δεκαετία του ’80.

Η συνολική αντιμετώπιση του φαινομένου της πολιτικής βίας στην Ελλάδα απαιτεί την ειλικρινή και ουσιαστική αναγνώριση του προβλήματος, τον στιγματισμό των πρακτικών συμψηφισμού και επιλεκτικότητας, τη συνεχή πίεση για την αυστηρή και αδιάκριτη εφαρμογή του νόμου και τη συστηματική εκστρατεία εναντίον της ρητορικής της βίας. Δεν θα έβλαπτε και ο περιορισμός της συνθηματολογίας και των αναφορών σε ανύπαρκτες θεωρίες.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Yale.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: