Η τραγωδία της Συρίας


 

s_s30_05155874

Ταφτανάζ, Ιούνιος 2012 (AP Photo)

 Όλη η πολυπλοκότητα του εμφυλίου πολέμου στη Συρία διατυπωμένη με εξαιρετική και εύστοχη οικονομία.

του Σταθη Ν. Καλυβα*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26/5

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία άρχισε την άνοιξη του 2011 με ειρηνικές διαδηλώσεις. Οπως και σε άλλες αραβικές χώρες, οι διαμαρτυρίες ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς του κόμματος Μπάαθ και της οικογένειας Ασαντ απέκτησαν γρήγορα μαζικές διαστάσεις. Στη Συρία όμως, το αίτημα του εκδημοκρατισμού συνδυάστηκε με αυτό της πολιτικής αντιπροσώπευσης της περιθωριοποιημένης αλλά πλειοψηφικής κοινότητας των σουνιτών. Η απάντηση του καθεστώτος υπήρξε άμεση και βίαιη. Πυροβολώντας τους διαδηλωτές στο ψαχνό, ο στρατός αντικατέστησε την αστυνομία ως βασικός κατασταλτικός μηχανισμός, δεν πέτυχε όμως να θέσει τέλος στις διαμαρτυρίες. Αντίθετα, η καταστολή μετέτρεψε τις ειρηνικές διαμαρτυρίες σε ανοιχτή ένοπλη εξέγερση. Υπολογίζεται πως ο εμφύλιος έχει κοστίσει έως τώρα τη ζωή τουλάχιστον 80.000 ανθρώπων, οδηγώντας συγχρόνως ενάμισι εκατομμύριο σε στρατόπεδα προσφύγων στις γειτονικές χώρες και προκαλώντας ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές στη χώρα.

Η αδυναμία του καθεστώτος να καταστείλει την εξέγερση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μειοψηφική κοινωνική του βάση. Ενα καθεστώς με κεντρικό κοινωνικό έρεισμα μια κοινότητα που δεν ξεπερνά το 12% του πληθυσμού, τους Αλεβίτες, δύσκολα μπορεί να καταπνίξει μια εξέγερση που στηρίζεται στην πλειονότητα του πληθυσμού. Δεν είναι τυχαίο πως η μετάλλαξη των διαδηλώσεων σε εμφύλιο πόλεμο τροφοδοτήθηκε από τη μαζική λιποταξία χιλιάδων σουνιτών οπλιτών και αξιωματικών του συριακού στρατού, που πέρασαν με τον οπλισμό τους στο στρατόπεδο των εξεγερμένων.

Ο εμφύλιος αυτός τροφοδοτείται από τρεις διακριτές συγκρούσεις. Η πρώτη φέρνει σε αντιπαράθεση τους υποστηρικτές του εκδημοκρατισμού και όσους στηρίζουν το αυταρχικό καθεστώς. Η δεύτερη είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην περιθωριοποιημένη πλειονότητα των σουνιτών και σε διάφορες μειονότητες στις οποίες στηρίζεται το καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Η τρίτη, τέλος, διαπερνά το στρατόπεδο των εξεγερμένων, διαχωρίζοντας τους μετριοπαθείς από τους οπαδούς του ακραίου ισλαμισμού που σχεδιάζουν την εγκαθίδρυση θεοκρατίας. Δυστυχώς, όσο συνεχίζεται ο πολεμος και αυξάνεται η βία, τόσο περισσότερο βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, με αποτέλεσμα να ενισχύονται τα ακραία στοιχεία. Η λογική των εμφυλίων πάντοτε καλλιεργεί την αντεκδίκηση και σε περίπτωση επικράτησης των εξεγερμένων, δεν είναι καθόλου απίθανη η άσκηση μαζικής βίας εναντίον των μειονοτήτων.

Τη σύνθετη αυτή κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο ο ξένος παράγοντας, η συμμετοχή του οποίου οδήγησε στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Από τη μία, η Ρωσία και το Ιράν στηρίζουν το καθεστώς: η Ρωσία διαθέτει μια μεγάλη ναυτική βάση στη χώρα και ο Πούτιν ονειρεύεται την αναβίωση της σοβιετικής ισχύος, ενώ το Ιράν έχει ανάγκη τη Συρία τόσο για την πρόσβαση στον Λίβανο (και επομένως στο Ισραήλ) όσο και γιατί αντιμάχεται τους σουνίτες. Από την άλλη, το σχίσμα σουνιτών – σιιτών είναι αυτό που οδήγησε το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία να ενισχύσουν τους εξεγερμένους. Κεντρικό ρόλο στη σύγκρουση έχει επιτελέσει η Τουρκία, που στην προσπάθειά της να αναδειχθεί στην κυρίαρχη δύναμη της περιοχής, τάχθηκε στο πλευρό των εξεγερμένων, υπολογίζοντας λανθασμένα πως το καθεστώς θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Αντίθετα, οι ΗΠΑ στέκονται διστακτικά απέναντι στις εξελίξεις. Παρότι επιθυμούν τον τερματισμό του καθεστώτος, διστάζουν να ενισχύσουν τους εξεγερμένους γιατί φοβούνται μήπως άθελά τους με τον τρόπο αυτόν ενισχύσουν τους ακραίους ισλαμιστές.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν πως ο πόλεμος οδηγείται σε αδιέξοδο και πιθανή διάσπαση της χώρας. Τα χειρότερα σενάρια κάνουν λόγο για επέκταση του πολέμου στον Λίβανο και στη νοτιοανατολική Τουρκία. Οι περισσότερες γνώμες, πάντως, συγκλίνουν στο ότι μάλλον αποκλείεται επικράτηση του καθεστώτος και επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Η πρωτοβουλία των ΗΠΑ και της Ρωσίας για σύγκλιση συνδιάσκεψης στη Γενεύη ίσως οδηγήσει σε συμβιβαστική λύση με αποχώρηση του Ασαντ. Μολονότι μια τέτοια λύση δεν θα καλύψει εύκολα το χάσμα που άνοιξε ο εμφύλιος, είναι αναμφίβολο πως θα συντείνει στον περιορισμό του ανθρώπινου κόστους.

Η σημασία του πολέμου αυτού για τη χώρα μας είναι τριπλή. Πρώτον, το τεράστιο ανθρώπινο και υλικό κόστος του πολέμου υπογραμμίζει για μιαν ακόμη φορά την απίστευτη επιπολαιότητα εκείνων που με περισσή ευκολία και άνεση προβλέπουν εδώ και τρία χρόνια εμφύλιες συρράξεις στην Ελλάδα ή και καλλιεργούν μια τέτοια προοπτική. Δεύτερον, η παρατήρηση των εξελίξεων στη Συρία μάς υπενθυμίζει το πραγματικό νόημα της βίας. Η απόσταση ανάμεσα στη λεκτική βία που περισσεύει στη χώρα μας και την πραγματική και απτή βία που κυριαρχεί στη Συρία είναι τεράστια, αντίστοιχη με την απόσταση ανάμεσα σε μια οικονομική κρίση και έναν πόλεμο. Τέλος, ο εμφύλιος αυτός μας προτρέπει να μην ξεχνάμε πως η περιοχή μας είναι εύφλεκτη. Από τους πρόσφατους εμφυλίους των Βαλκανίων ώς τα σημερινά σφαγεία της Μέσης Ανατολής, οι τραγωδίες αφθονούν σε γειτονικές μας χώρες. Καλό λοιπόν είναι να θυμόμαστε πως η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν υπακούει μόνο σε μια στενή οικονομική λογική, αλλά αποτελεί εγγύηση αποφυγής μιας τραγωδίας σαν και αυτήν που υφίσταται ο λαός της Συρίας.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: