Γιόσκα Φίσερ: Η ΔΙΑΒΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


με την ευκαιρία της Ημέρας της Ευρώπης 9 Μαΐου

…Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι από καιρό ξεκάθαρο. Το κόστος για την διάσωση της νομισματικής ένωσης, κατά συνέπειαν και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, είναι περισσότερο κοινοτικό πνεύμα: τραπεζική ένωση, δημοσιονομική ένωση και πολιτική ένωση. Όσοι είναι αντίθετοι, γιατί φοβούνται την κοινή λογοδοσία, την μεταφορά πόρων από τους πλούσιους προς τους φτωχούς και την απώλεια ενός μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας, θα πρέπει να αποδεχτούν την επιστροφή στην Ευρώπη των εθνών και συνεπώς την έξοδο της από την παγκόσμια σκηνή…

PROJECT  SYNDICATE  30/4/13

εικόνα του Paul Lachine

εικόνα του Paul Lachine

–  Μετάφραση Μ.Γ.

Πριν από λίγες εβδομάδες τα χειρότερα της οικονομικής κρίση της Ευρώπης φαινόταν να πλησιάζει στο τέλος τους. Η σταθερότητα φαινόταν ότι επέστρεφε. Όμως τα φαινόμενα αποδείχτηκαν παραπλανητικά. Ένα μικρό πρόβλημα (τουλάχιστον σε κλίμακα) όπως η Κύπρος, όταν συνδυάζεται με ένα σχεδόν απίστευτο βαθμό ανικανότητας της «τρόικας» (Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), ήταν αρκετό για να μετατρέψει ένα υψωματάκι σε μια κρίση-βουνό.

Ενώ οι αγορές παρέμεναν ήρεμες, η κρίση της Κύπρου φανέρωνε την πλήρη έκταση της πολιτικής καταστροφής που η κρίση της ευρωζώνης έχει δημιουργήσει: η Ευρωπαϊκή Ένωση αποσυντίθεται στον πυρήνα της. Η πρόσφατη κρίση εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων για το ευρωπαΐκό οικοδόμημα είναι πολύ πιο επικίνδυνη μια εκ νέου ανησυχία των αγορών, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλη μία ένεση ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η παλαιότερη πολιτική τάξη της Ευρώπης βασιζόταν στον ανταγωνισμό, στην έλλειψη εμπιστοσύνης, στη διαπάλη για την εξουσία και, τελικά, στους πολέμους μεταξύ των κυρίαρχων κρατών. Αυτό κατάρρευσε στις 8 Μαΐου του 1945 και αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα βασισμένο στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, στην αλληλεγγύη, στη νομιμότητα και τον συμβιβασμό. Όμως, καθώς η κρίση διαβρώνει αυτά τα θεμέλια, η εμπιστοσύνη δίνει τη θέση της στην καχυποψία, η αλληλεγγύη υποχωρεί μπροστά σε παμπάλαιες προκαταλήψεις (μέχρι και σε έχθρα μεταξύ φτωχού νότου και πλούσιου βορρά) και ο συμβιβασμός υποκύπτει μπροστά στην επιβολή. Και η Γερμανία βρίσκεται για άλλη μία φορά στο επίκεντρο των διαδικασιών της αποσύνθεσης.

Αυτό συμβαίνει επειδή η Γερμανία, η σαφώς ισχυρότερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει επιβάλλει μια στρατηγική εξόδου της Ευρωζώνης από την κρίση, η οποία λειτούργησε με επιτυχία για τη Γερμανία στις αρχές της τρέχουσας χιλιετίας, κάτω όμως από εντελώς διαφορετικές εσωτερικές και εξωτερικές οικονομικές συνθήκες.

Για τις αναξιοπαθούσες ευρωπαϊκές χώρες του νότου, το μείγμα λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που υποστηρίζει η Γερμανία αποδεικνύεται θαντηφόρο, γιατί λέιπουν κάποιες αποφασιστικές παράμετροι όπως η αντιμετώπιση του χρέους και η ανάπτυξη.

Είναι θέμα χρόνου κάποια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται σε κρίση να εκλέξει έναν ηγέτη που δεν θα ανεχτεί πλέον την επιβολή της λιτότητας. Ακόμα και τώρα, όποτε πλησιάζουν εκλογές, οι εθνικές κυβερνήσεις υπόσχονται, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά, να προστατέψουν τους πολίτες τους από την Ευρώπη, επειδή η Γερμανία έχει φροντίσει η λιτότητα και οι διαρθρωτικές αλλαγές να αποτελούνν την κλασική συνταγή για τη διαχείριση της κρίσης.

Διατυπώθηκε το επιχείρημα ότι η «σκληρή αγάπη» ήταν απαραίτητη για τη νότια Ευρώπη, επειδή διαφορετικά τίποτα δε θα άλλαζε. Αυτή η αγάπη έχει αποδειχτεί πράγματι πολύ σκληρή, προκάλεσε γρήγορη οικονομική συρρίκνωση, μαζική ανεργία (πάνω από 50% μεταξύ των νέων) και διαρκή δημοσιονομική υποβάθμιση εξαιτίας της αύξησης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Πράγματι, όλα τα μέλη της ευρωζώνης καταγράφουν τώρα ελάχιστη οικονομική ανάπτυξη, αν όχι ύφεση.

Τί επιδιώκει η Γερμανία; Μια Γερμανική Ευρώπη δε θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει και η πολιτική τάξη της χώρας δεν έχει το κουράγιο και την αποφασιστικότητα να επιδιώξει μιαν Ευρωπαϊκή Γερμανία. Λοιπόν, θέλει η Γερμανία να διατηρήσει τη νομισματική ένωση και έτσι να προστατεύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση; ‘Η μήπως θα αφήσει η αναποφασιστικότητα και η έλλειψη οράματος να επισπεύσουν τη διάβρωση των θεμελίων της Ευρώπης;

Σε αυτή την κρίση η πρόθεση δίνει τη θέση της στην πράξη ( ή στην έλλειψη αυτής). Η International Herald Tribune πρόσφατα χρησιμοποίησε τη ρήση του Ουίνστον Τσώρτσιλ: «Δεν αρκεί να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Ορισμένες φορές χρειάζεται να κάνουμε αυτό που πρέπει». Αυτό επιτάσσουν ακριβώς  οι τωρινές συνθήκες στην Ευρώπη και την Ευρωζώνη.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι από καιρό ξεκάθαρο. Το κόστος για την διάσωση της νομισματικής ένωσης, κατά συνέπειαν και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, είναι περισσότερο κοινοτικό πνεύμα: τραπεζική ένωση, δημοσιονομική ένωση και πολιτική ένωση. Όσοι είναι αντίθετοι, γιατί φοβούνται την κοινή λογοδοσία, την μεταφορά πόρων από τους πλούσιους προς τους φτωχούς, και την απώλεια ενός μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας, θα πρέπει να αποδεχτούν την επιστροφή στην Ευρώπη των εθνών και συνεπώς την έξοδο της από την παγκόσμια σκηνή. Καμία εναλλακτική – και σίγουρα κανένα status quo – δε θα λειτουργήσει.

Είναι πλεόν κοινός τόπος: η κρίση είτε θα καταστρέψει την Ευρώπη, είτε θα οδηγήσει σε πολιτική ένωση. Και ότι χωρίς μια λύση για τα τρέχοντα χρέη που να βασίζεται στην αλληλεγγύη και την μερική αμοιβαιοποίηση τού νέου χρέους, το ευρώ δεν έχει σωτηρία. Τέτοια βήματα θα κάνουν αναπόφευκτη την παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας σε μεγάλο βαθμό. Έχει η Γερμανία-αλλά και η Γαλλία- την θέληση να κάνει κάτι τέτοιο;

Η  πραγματική κρίση της Ε.Ε. και της ευρωζώνης δεν είναι οικονομική αλλά πολιτική, – ή για να είμαστ πιο ακριβείς, είναι κρίση ηγεσίας. Η έλλειψη οράματος, θάρρους και αντοχής για την επίτευξη του σκοπού κυριαρχεί σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά περισσότερο στο Βερολίνο – και σε μέρος της κυβέρνησης και σε μέρος της αντιπολίτευσης.

Οι πολιτικοί των κρατών της Ευρώπης, μονίμως ασκούν κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, παρόλα αυτά έχουν γι αυτό και οι ίδιοι μερίδιο ευθύνης. ‘Η μήπως οι ευρωπαϊστές είναι πια τόσο λιπόψυχοι και αποκαρδιωμένοι ώστε να προτιμήσουν να δώσουν τα ηνία στους αντιευρωπαϊστές λαϊκιστές και εθνικιστές; Αυτό θα ήταν καταστροφικό, επειδή η κρίση πλέον είναι πολύ βαθιά για να μπορεί να λυθεί με τεχνοκρατικά μέσα.

Η Γερμανία προετοιμάζεται για βουλευτικές εκλογές το φθινόπωρο στις οποίες – λίγο πολύ όπως και στις περσινές  προεδρικές εκλογές της Γαλλίας – η ευρωπαϊκή κρίση δεν θα παίξει μεγάλο ρόλο. Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση πιστεύουν ότι είναι προτιμότερο να πουν μετά τις εκλογές στον γερμανικό λαό την αλήθεια για το πιο ζωτικό ζήτημα. (και σε μικρές δόσεις).

Αυτό όμως θα είναι παρωδία δημοκρατίας. Ωστόσο τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν διαφορετικά εάν η δυναμικη της ευρωπαϊκής κρίσης αποδιοργανώσει τα σχέδια των Γερμανών πολιτικών. Δεν αποκλείεται κάποια δυσάρεστη έκπληξη για τους Γερμανούς πολιτικούς. Και ίσως, στην παρούσα φάση, να αποδειχτεί η μεγαλύτερη πηγή ελπίδας για την Ευρώπη.

* Ο Γιόσκα Φίσερ είναι πρώην ηγέτης του κόμματος των Πράσινων, πρώην υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: