ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΜΠΟΥΡΚΕΣ, ΝΙΚΑΜΠ, ΧΙΤΖΑΜΠ και δεν συμμαζεύεται


Όπως κάτω από το πλακόστρωτο υπάρχει η αμμουδιά, έτσι και κάτω από τη μπούρκα υπάρχει ένα ζωντανό ανθρώπινο σώμα, ένα γυναικείο σώμα.

Από τη φωτογραφική έκθεση του εξαιρετικού Τουρκοκύπριου designer Hussein Chalayan

 

Στις 2/2  το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας οργάνωσε δημόσια συζήτηση με θέμα «Μαντίλα: Σύμβολο καταπίεσης ή έκφραση πίστης; Δικαίωμα ή απειλή;» και για τις διάφορες παραλλαγές της ένδυσης των μουσουλμάνων γυναικών.

Αυτή τη στιγμή στη Γαλλία έχει ανάψει η συζήτηση για την επικείμενη απαγόρευση του νικάμπ (ποδήρες μαύρο κάλυμμα που αφήνει ελεύθερα μόνο τα μάτια) από τις δημόσιες υπηρεσίες και τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Ακόμη  στην επικαιρότητα είναι δύο ακόμα περιστατικά:

-Ο Υπουργός Μετανάστευσης αρνήθηκε την γαλλική υπηκοότητα σε μουσουλμάνο της Γαλλίας που έχει επιβάλλει  στη σύζυγό του να φοράει το νικάμπ και αρνείται να αγγίξει γυναίκες ακόμα και με χειραψίας!

-Το «Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα» (ΝΡΑ) του Ολιβιέ Μπεσανσενό διακήρυξε με υπερηφάνεια ότι στις επικείμενες περιφερειακές εκλογές στη Γαλλία στις εκλογικές του λίστες περιλαμβάνεται υποψήφια που φοράει τη μαντήλα. Αυτό προκάλεσε την αιχμηρή αντίδραση της μεγάλης φεμινιστικής οργάνωσης γυναικών αραβικής προέλευσης «Ni putes, ni soumises» (=«ούτε πόρνες, ούτε υποταγμένες») που υποστηρίζει τη χειραφέτηση των μουσουλμάνων γυναικών στη Γαλλία: » Την ώρα που τόσα κορίτσια και αγόρια στις συνοικίες παλεύουν κατά του σκοταδισμού και υπερ της ισότητας, ένα κόμμα που θέλει να λέγεται προοδευτικό πκάνει σημαία το σύμβολο της γυναικείας υποδούλωσης!«

Η συζήτηση καταπιάστηκε με πολλά θέματα και ακούστηκαν διάφορες απόψεις για τα  γυναικεία δικαιώματα, τη θέση του Ισλάμ και των άλλων μονοθεϊστικών θρησκειών, τον σχετικισμό ως στάση, τη σύγκριση των συνθηκών μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας. Διαβάστε παρακάτω την καλύτερη παρέμβαση, αυτήν της δημοσιογράφου Κατερίνας Οικονομάκου:

Μαντίλα: «Σύμβολο καταπίεσης ή έκφραση πίστης; Δικαίωμα ή απειλή;»

Το ερώτημα είναι αν η μαντίλα είναι σύμβολο καταπίεσης ή έκφραση πίστης. Είναι και τα δύο. Είναι σύμβολο καταπίεσης – αρκεί να κοιτάξουμε προς το Ιράν. Είναι και έκφραση πίστης, φυσικά. Αλλά είναι κάτι πολύ περισσότερο, διότι δεν είναι μια ιδιωτική έκφραση πίστης. Η μαντίλα είναι και θρησκευτικό σύμβολο και πολιτικό σύμβολο και, κυρίως, πολιτισμικό σύμβολο.

Αν είναι απειλή; Στον δυτικό κόσμο, όπου οι ατομικές ελευθερίες είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες, έναντι τίνος θα μπορούσε να είναι απειλή; Αν το ερώτημα αφορά το κατά πόσο είναι ή όχι απειλή εναντίον της κοινωνίας η παρουσία μαντιλοφορεμένων γυναικών, προφανώς η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική.

Τώρα, αν είναι δικαίωμα; Είναι, εφόσον πρόκειται για μια επιλογή που μια ενήλικη γυναίκα λέει ότι κάνει ελεύθερα. Μήπως, όμως, είναι μια εσφαλμένη επιλογή; Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι ναι, είναι μια εσφαλμένη επιλογή. Γιατί η μαντίλα ευνοεί τις διακρίσεις κατά των γυναικών, υπονομεύει την ισότητα μεταξύ των φύλων και προάγει μια συνολικά υπερσυντηρητική θεώρηση της κοινωνίας.

Ας δούμε τους λόγους που επικαλείται μια γυναίκα για να φορέσει τη μαντίλα. Το Κοράνι -το οποίο γράφτηκε πριν από μερικούς αιώνες- λέει ότι μια γυναίκα πρέπει να καλύπτεται. Πρέπει να καλύπτει το κεφάλι, το μπούστο και τα χέρια της, έως τον καρπό. Γιατί πρέπει να το κάνει αυτό; Από σεμνότητα. Είναι, όμως, άσεμνα τα μαλλιά ή τα μπράτσα μας; Γιατί δεν είναι άσεμνα τα ανδρικά μπράτσα, τα ανδρικά μαλλιά; Ωςε εδώ, καμία έκπληξη: Η αλήθεια είναι ότι όλες οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες βλέπουν το γυναικείο σώμα ως πηγή αμαρτίας και τη γυναικεία σεξουαλικότητα περίπου ως παρεκτροπή. Γι αυτό ενθαρρύνουν την κάλυψη του γυναικείου σώματος. Ξέρουμε ότι όλες οι θρησκείες προτρέπουν τις γυναίκες να κρύβουν το κορμί τους – ή έστω να αποφεύγουν να αναδεικνύουν τις γραμμές του.

(Πάντως αν ρωτήσουμε τους άνδρες μπορεί να μας πουν ότι η μαντίλα εξάπτει την ερωτική φαντασία τους, ότι τους προκαλεί περισσότερο η ιδεά ότι θα αποπλανήσουν μια γυναίκα που δεν προσφέρει τις χάρες της σε δημόσια θέα. Έστω ότι αυτό είναι ένα ερώτημα που θα αφήσουμε ανοιχτό…)

Οι ίδιες οι γυναίκες λένε ότι φορούν τη μαντίλα για προστασία. Λένε ότι με τη μαντίλα αισθάνονται ελεύθερες και προστατευμένες. Προστατευμένες από ποιον; Από τα ανδρικά βλέμματα, από την ανδρική επιθυμία. Τα λυτά μαλλιά ξυπνούν τον ανδρικό πόθο, υποτίθεται. Ακόμη και τόσο απλά να είναι τα πράγματα -που δεν είναι, όπως υποθέτω όλοι γνωρίζουμε- γιατί πρέπει μια γυναίκα να αποφύγει τον ανδρικό θαυμασμό; Γιατί ενοχοποιείται ο ερωτισμός; Είναι επικίνδυνο ένα βλέμμα θαυμασμού; Είναι επικίνδυνη η ανδρική επιθυμία; Όταν μια γυναίκα λέει ότι θέλει να προστατευθεί από την ανδρική επιθυμία, ένα πράγμα μόνο μπορεί να υπονοεί: ότι θέλει να προστατευθεί από μια ενδεχόμενη  σεξουαλική παρενόχληση. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτό το σκεπτικό, αν μια γυναίκα δεν φοράει μαντίλα, δεν θα πρέπει να εκπλαγεί αν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση. Η γυναίκα αποδέχεται ότι είναι -πρωτίστως και μονίμως- σεξουαλικό αντικείμενο. Την ίδια στιγμή, ο άνδρας παρουσιάζεται σαν ένα ον ανίκανο να ελέγξει τις ορμές του. Δεν θα σταθώ στο πόσο βαθιά προσβλητικό είναι αυτό για τους άνδρες.

Θα σταθώ σε κάτι άλλο – η γυναίκα, αποδεχόμενη ότι ο άνδρας μπορεί να αισθανθεί ανεξέλεγκτο πόθο στη θέα του ντεκολτέ ή των μαλλιών της, αναλαμβάνει να τα  καλύψει. Δηλαδή θεωρεί αναμενόμενο και φυσικό ότι τα λυτά μαλλιά της ή το βαθύ ντεκολτέ μπορεί να ωθήσουν έναν άνδρα να απλώσει το χέρι του; Είναι με οποιονδήποτε τρόπο δικαιολογημένος ένας άνδρας που θα παρενοχλήσει σεξουαλικά μια γυναίκα με μίνι; Αν ακολουθήσουμε αυτό το σκεπτικό στη λογική του συνέχεια, πού καταλήγουμε; Ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων ευθύνονται για την κακοποίησή τους. Ότι η γυναίκα που έπεσε θύμα βιασμού, «τα ‘θελε», αφού ήταν προκλητικά ντυμένη.

Παρεμπιπτόντως, οι κοινωνίες στις οποίες οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να φορούν μαντίλα και να ντύνονται σεμνά, είναι απαλλαγμένες από τα περιστατικά σεξουαλικής βίας; Όχι, βέβαια. Γιατί ξέρουμε ότι η σεξουαλική βία δεν σχετίζεται με την επιθυμία, αλλά με την εξουσία.

Ας αφήσουμε, όμως, τις γυναίκες που, μετά την ενηλικίωσή τους, αποφασίζουν ελεύθερα να φορέσουν την μαντίλα. Και ας μιλήσουμε για τα παιδιά. Σε ολόκληρη την Ευρώπη βλέπουμε να φορούν τη μαντίλα ακόμη και κορίτσια δέκα, δώδεκα χρόνων. Ποιο είναι το μήνυμα που παίρνει ένα δωδεκάχρονο κορίτσι όταν την προτρέπουν (αν δεν την αναγκάζουν) να φορέσει μαντίλα; Ένα κορίτσι που στα δώδεκα χρόνια του βάζει μαντίλα δεν προσδιορίζεται αυτομάτως ως δυνητικό σεξουαλικό αντικείμενο; Δεν μαθαίνει ότι έχει εκείνη την υποχρέωση να μην προκαλέσει; Δεν μαθαίνει να βλέπει το σώμα της ενοχικά; Και αντί να αισθάνεται άνετα με το κορμί της που αλλάζει, δεν μαθαίνει να το αντιλαμβάνεται σαν ενδεχόμενη πηγή πόνου; Δεν έχουμε εδώ μια βίαιη παρέμβαση στην σεξουαλική της ωρίμανση; Και δεν έχουμε ένα κορίτσι που διδάσκεται να αντιμετωπίζει με φόβο και καχυποψία το άλλο φύλο;

Όμως, όπως είπαμε αρχικά, η μαντίλα είναι και πολιτικό σύμβολο. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, οι γυναίκες στον ισλαμικό κόσμο είχαν απορρίψει τη μαντίλα, στο πλαίσιο και των αντιπακοικιακών αγώνων. Κι έπειτα ήρθε η ιρανική επανάσταση – είναι κοινός τόπος ότι μουλάδες ανέδειξαν τη μαντίλα σε ένα από τα πιο εύγλωττα σύμβολα της επανάστασης. Καμία συζήτηση για τη μαντίλα δεν μπορεί να αγνοήσει αυτήν την ιστορική πραγματικότητα.

Ωστόσο στον δυτικό κόσμο, είδαμε τις μαντίλες να πολλαπλασιάζονται ραγδαία μετά την 11/9. Εκείνη την περίοδο, για πολλές νεαρές μουσουλμάνες, η μαντίλα ήταν και πολιτική δήλωση. Απέναντι στην καχυποψία και τη μισαλλοδοξία που αντιμετώπισαν οι κοινότητες των μουσουλμάνων της Ευρώπης, οι νεαρές γυναίκες αντέδρασαν φορώντας μαντίλα. Δηλαδή επέλεξαν να εκφράσουν την υπερηφάνειά τους για την πίστη τους και την αλληλεγγύη τους προς τους ομόθρησκούς τους, φορώντας αυτό που εκατομμύρια μουσουλμάνες αναγκάζονται να φορούν με την απειλή της βίας. Αν εδώ δεν υπάρχει μια πολιτική αντίφαση, υπάρχει οπωσδήποτε μια τραγική ειρωνία. Γιατί τι άλλο είναι, αν όχι τραγική ειρωνία, το γεγονός ότι  αυτές οι νεαρές γυναίκες επιλέγουν να αντικρούσουν τις σε βάρος τους προκαταλήψεις, υιοθετώντας συμπεριφορές που αναπαράγουν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών; Δεν μοιάζει τραγική ειρωνία να διεκδικούν τον σεβασμό, την ίδια ώρα που συναινούν με ενθουσιασμό στην υποταγή τους;

Δεν είναι μόνο ένα πολύ φορτισμένο σύμβολο η μαντίλα – είναι και εργαλείο διαιώνισης κοινωνικών διακρίσεων και, ως τέτοιο, συμβάλλει στην αναστολή της κοινωνικής προόδου. Μήπως οι γυναίκες που ελεύθερα επιλέγουν να τη φορούν συναινούν και συμπράττουν -εκούσια ή ακούσια- στην καταπίεσή τους; Συμμετέχοντας μάλιστα σε μια πολύ συντηρητική στροφή της κοινωνίας.

Αλλά φυσικά όλες οι γυναίκες με μαντίλα δεν είναι ίδιες, όπως ίδιες δεν είμαστε όλες όσες δεν φοράμε μαντίλα. Ωστόσο δεν είμαι σίγουρη ότι όλες οι γυναίκες που βλέπουμε σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας να κυκλοφορούν φορώντας μαντίλα, το κάνουν έπειτα από ώριμη σκέψη, ή ότι έχουν αποφασίσει ελεύθερα, χωρίς πίεση από τις οικογένειες ή τις κοινότητές τους. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία, έχουν μεταναστεύσει στην Ελλάδα από χώρες που έχουν έχουν ακόμη πολύ δρόμο να κάνουν μέχρι να θεσμοθετήσουν την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Προέρχονται από κοινωνίες στις οποίες η γυναίκα οφείλει να υπακούει στον άνδρα. Από κοινωνίες στις οποίες η γυναίκα δεν διαλέγει η ίδια τη ζωή που θα κάνει – την διαλέγει γι αυτήν η οικογένειά της. Μερικές φορές, μάλιστα, πρόκειται για γυναίκες που δεν είχαν καν την ευκαιρία να ολοκληρώσουν τη βασική σχολική εκπαίδευση. Οπότε δεν μπορώ να πειστώ ότι μια γυναίκα που έχει έρθει στην Αθήνα από το Αφγανιστάν ή τη Σομαλία, έχει ελεύθερα επιλέξει να καλύπτεται.

Πώς αντιδρούμε, λοιπόν, στη θέα της μαντίλας, που έχει αρχίσει να γίνεται μέρος της πολυπολιτισμικής μας πραγματικότητας; Αντιμετωπίζοντας την με καχυποψία ή προκατάληψη , αποκαλύπτουμε το απεχθές -αλλά δυστυχώς υπαρκτό- πρόσωπο της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που μαστίζει και τη δική μας κοινωνία. Και σπρώχνουμε ακόμη πιο βαθιά στο περιθώριο μια ιδιαίτερα ευαίσθητη κοινωνική ομάδα. Για τη μισαλλοδοξία δεν υπάρχει καμία δικαιολογία – καμιά φορά, όμως, υπάρχει εξήγηση: η άγνοια. Γι αυτό και καλό είναι να συζητάμε ανοιχτά.

Στο άλλο άκρο, λοιπόν, από την καχυποψία, βρίσκεται μια στάση που είναι της μόδας και εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας – η άποψη ότι δεν πρέπει να κάνουμε κριτική στις επιλογές των άλλων, ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να εκφράζεται με όποιον τρόπο θέλει από τη στιγμή που δεν μας ενοχλεί. Πρώτον, άλλο πράγμα η κριτική σε απόψεις, άλλο ο σεβασμός στο πρόσωπο του οποίου τις απόψεις σχολιάζουμε και άλλο πράγμα, εντελώς διαφορετικό, είναι η απόπειρα να παρεμποδίσουμε ή να απαγορεύσουμε μια συμπεριφοράς που όσο κι αν δεν μας βρίσκει σύμφωνους, πάντως δεν παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Έχουμε το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να ασκούμε κριτική και να αμφισβητούμε τις θέσεις και τις επιλογές ο ένας του άλλου. Μπορούμε να απορρίπτουμε τις επιλογές ο ένας του άλλου –γιατί απορρίπτουμε αντιλήψεις, δεν απορρίπτουμε τα πρόσωπα. Μπορούμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, αλλά δεν χρειάζεται να αποδεχόμαστε ο ένας τις απόψεις του άλλου. Στην πραγματικότητα, σε μια ελεύθερη, δημοκρατική κοινωνία, η κριτική δεν είναι μόνο ευπρόσδεκτη – είναι απαραίτητη. Η ανοχή απέναντι στο διαφορετικό προϋποθέτει την κριτική, δεν την αποκλείει.

Εκτός αν η ανοχή απέναντι στο διαφορετικό στηρίζεται στην αδιαφορία και στην απροθυμία να γνωρίσουμε το διαφορετικό, καθώς είμαστε βέβαιοι ότι «τι με νοιάζει αν φοράνε ή δεν φοράνε μαντίλα; Πρόβλημά τους, αφού δεν έχω καμία σχέση μαζί τους». Εδώ είναι το ζήτημα: αν δεν έχουμε σχέση και δεν θέλουμε να έχουμε σχέση, τότε μήπως θα έπρεπε να θεωρούμε αναμενόμενη την γκετοποίηση κάποιων κοινωνικών ομάδων; Αυτού του τύπου η ανοχή -η ανοχή λόγω αδιαφορίας- όχι μόνο ευνοοεί την γκετοποίηση και την περιθωριοποίηση, αλλά έχει ημερομηνία λήξης, αναπόφευκτα. Η ίδια πραγματικότητα μιας κοινωνίας που μετασχηματίζεται, αργά ή γρήγορα θα την βάλει αυτήν την ανοχή σε δοκιμασία.

Δείχνοντας, λοιπόν, την ευγενική αδιαφορία που εγγυάται η απόσταση, στην πραγματικότητα σαμποτάρουμε την κοινωνική συνοχή, καθώς και κάθε προσπάθεια να ενταχθούν αυτές οι γυναίκες ομαλά στην ελληνική κοινωνία, να ενημερωθούν για τα δικαιώματά τους, για την προστασία που τους προσφέρει ο νόμος, να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και να αξιοποιήσουν ό,τι προσφέρει η ζωή σε μια ελεύθερη κοινωνία. Και τότε μπορεί πολλές από αυτές να αποφασίσουν ελεύθερα ότι δεν θέλουν τη μαντίλα.

Γιατί παρόλες τις προσπάθειες για την αποκατάσταση της φήμης της μαντίλας και για την αναγωγή της ακόμη και σε σύμβολο ενός είδους μετα-φεμινισμού, δεν αναιρείται το γεγονός ότι αυτό που κάνει είναι να κρύβει, άρα να αρνείται, το γυναικείο σώμα.

Σημειώσεις

*Δεν θέλω να αναφερθώ καθόλου στη μπούρκα και τη νικάμπ, γιατί θεωρώ ότι θα χρειαζόταν μια ξεχωριστή συζήτηση. Όσα πιστεύω σχετικά με την μαντίλα, δεν ισχύουν και για ρούχα που σκεπάζουν το πρόσωπο και συνολικά τη φιγούρα μιας γυναίκας. H νικάμπ “εξαφανίζει”, αποκλείει τη γυναίκα από το δημόσιο χώρο – ενώ ταυτόχρονα τη στιγματίζει, αφού τραβάει πάνω της όλα τα βλέμματα.

*Στην Ελλάδα δεν έχει νόημα να μιλάμε αυτή τη στιγμή περί ενδεχόμενης απαγόρευσης της μαντίλας στα σχολεία ή τις δημόσιες υπηρεσίες – επιχειρήματα υπέρ και κατά της απαγόρευσης με τον τρόπο που ισχύει στη Γαλλία (αλλά όχι μόνο εκεί, για παράδειγμα έχει απαγορευτεί και σε όλα τα σχολεία στην περιοχή της Φλάνδρας στο Βέλγιο) υπάρχουν, αλλά θα έπρεπε να ανοίξουμε μια άλλη συζητήση. Και προφανώς σε αυτήν την ίδια συζήτηση να μιλήσουμε ταυτόχρονα για τον χωρισμό κράτους – εκκλησίας και για την απαγόρευση των χριστιανικών θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: